Στο έλεος των αριθμών

Σχολιάστε

Αριθμοί.

Ό,τι κι αν κάνεις σήμερα στη ζωή σου, γίνεσαι ένας αριθμός, ένα κομμάτι μίας στατιστικής. Και η στατιστική είναι μία αδηφάγα σαλαμάνδρα που δεν σε ρωτά αν θέλεις να είσαι μέρος της.

«133 ακροατές του ραδιοφώνου»

«32% παρακολούθησαν την τηλεοπτική εκπομπή…»

«Το κόμμα μας απέσπασε το 24,8% των ψήφων»

Η αριθμολογική μας φύση ακολουθεί την ύπαρξή μας, όπως η κυματική φύση ακολουθεί την σωματιδιακή φύση της ύλης. Ή μήπως το αντίθετο; Ή και τα δύο ταυτόχρονα; Τέλος πάντων…

Όταν σε ρώτησαν πόσα παιδιά έχεις απάντησες ‘τρία!’. Κάποτε απαντούσες ‘το Νίκο’, ‘τη Μαρία’ και το ‘Χρήστο’. Διότι κάποτε τα παιδιά σου δεν ήταν μετρήσιμα. Δεν υπήρχαν τρία παιδιά μέσα στον κόσμο, αλλά ‘τρεις κόσμοι’ ταυτόχρονοι. Και κάθε κόσμος είχε κάτι από το χάος της αγάπης του ανθρώπου, ήταν άπειρος κι άρα μη μετρήσιμος. Κι εύλογα θα έλεγε κάποιος «μα οι ‘τρεις κόσμοι’ δεν είναι μετρήσιμοι«; Η απάντηση όμως προέρχεται εξίσου από τα μαθηματικά: ‘πόσο μας κάνει τρεις φορές το άπειρο;’. Το τρεις είναι μία σύμβαση που προσπαθεί να προσεγγίσει την αριθμολογία μέσα στα πλαίσια που εκείνη διαμορφώνει. Ακόμη, αν κάτι, όντως, περιγράφει τον άνθρωπο είναι η λέξη άπειρο, που σημαίνει ταυτόχρονα το απέρατο και εκείνο για το οποίο δεν έχουμε ικανή εξωτερική εμπειρία.

Η σύγχρονη επιστημονική μεθοδολογία βασίζεται στην κοινή αποδοχή και την συμφωνία των μερών. Η ίδια αξιώνει ως θεμέλιό της την διαφωνία. Μέσα στον λαβύρινθο των θεωριών και των αποδείξεων, σπάνια κάποιος αναρωτιέται για το αυτονόητο. Αν θεωρούμε πραγματικά μόνο εκείνα στα οποία συμφωνούμε, τότε προφανώς εκείνα στα οποία διαφωνούμε τα ορίζουμε αντίστοιχα ως μη πραγματικά. Κι επομένως, κάθε διάφορη άποψη που δεν ταυτίζεται εξ’ ολοκλήρου με την όποια συμφωνία, πραγματεύεται κάτι το ψευδές.

Έτσι, στην περίπτωση της ακροαματικότητας ή τηλεθέασης ή ψήφου κ.λ.π., ορίζουμε ως αληθές το γεγονός ότι κάποιοι είχαν πχ. ανοικτό το δέκτη του ραδιοφώνου εκείνη τη στιγμή. Ετούτο, από μόνο του δεν σημαίνει τίποτε απολύτως. Κι όμως ετούτο είναι που προβάλλεται ως έμμεση διαφήμιση του εκάστοτε ραδιοφώνου, τηλεοράσεως, εφημερίδας κ.ο.κ. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι στην περίπτωση π.χ. της εφημερίδας, η γιαγιά μου έταζε του παππού μου να της φέρει μία εφημερίδα για να τυλίξει το τυρί. Και συνήθως ζητούσε μία συγκεκριμένη εφημερίδα που είχε ‘καλή ποιότητα φύλλου’. Αντίστοιχα, οι εφημερίδες χρησιμεύουν και ως προστατευτικά δαπέδου κατά το βάψιμο, ώστε να μην λερώνεται το τελευταίο από διαφεύγουσες ρανίδες χρωστικής ουσίας.

Κάθε φορά που σε μία κοινωνία ευημερούν οι αριθμοί, δυστυχούν οι άνθρωποι. Ετούτη είναι μία φράση διατυπωμένη από πολλούς ανθρώπους, διόλου τυχαία θα έλεγα, ασχέτως του βάθους της ερμηνείας που μπορεί κανείς να της προσδώσει. Από τη στιγμή που η ύπαρξη μετατρέπεται σε αριθμό, ο άνθρωπος αλλάζει μορφή και συμπιέζεται μέσα στα πλαίσια μίας συμφωνίας. Γίνεται ένα ΝΑΙ ή ένα ΌΧΙ, όπως εκείνα που ζητούσαν οι πάπες του μεσαίωνα από τους πιστούς, όπως εκείνα που ζητά ο σύγχρονος πολιτικός από τους πολίτες μία φορά ανά τετραετία. Το ΝΑΙ ή το ΟΧΙ αποσυμπιέζεται εν συνεχεία, ανάλογα με τα κέφια του κάθε καλοθελητή αναλυτή, ώστε να επιστρέψει στη βάση του, τον άνθρωπο, ως ρητή συνθήκη.

Το λάθος που συμβαίνει είναι πως θεωρούμε την θεωρητική ανάκριση προνόμιο των φονταμενταλιστών του μεσαίωνα, εξ’ αιτίας κυρίως του πασίγνωστου περιστατικού της ανάκρισης του Γαλιλαίου. Όμως, κάτι τέτοιο θα ήταν απλά άλλη μία απλούστευση, άλλη μία στατιστική αριθμολογία παραχάραξης της ιστορίας διά της αφαιρετικής συμφωνίας (συμφωνούμε σε αυτό, άρα υπάρχει μόνο αυτό), όπως περιέγραψα παραπάνω. Στη σύγχρονη κοινωνία δεν υπάρχει εκτέλεση διά πυράς ή αγχόνης. Υφίσταται όμως ο κοινωνικός εξοστρακισμός, που αποτελεί μία εξίσου βασανιστική εκτέλεση. Αν δεν δηλώσεις το ΝΑΙ σε κάποιον πχ. πολιτικό, ή ακόμη και στον προϊστάμενο κάθε εργασίας, περιθωριοποιείσαι με συνοπτικές διαδικασίες. Η περιθωριοποίηση στις σύγχρονες κοινωνίες είναι εφάμιλλη των εξοριών σε ερημικά νησιά, όταν κι εξαναγκάζεσαι σε συνθήκες επιβίωσης σε μέρος που δεν υπάρχει τρόπος επιβίωσης. Έτσι, ακόμη κι αν γνωρίζεις να ‘ψαρεύεις’ κατά το προσφιλές ρητό που λέει ‘αντί να δώσω σε έναν φτωχό ένα ψάρι, είναι προτιμότερο να του δώσω καλάμι και να μάθει να ψαρεύει’, πρέπει να υπάρχουν θάλασσες με ψάρια για να τραφείς… Και οι θάλασσες ετούτες ανοίγουν μόνο με το ΝΑΙ κατά την σύγχρονη ιερά εξέταση.

Το ΝΑΙ σου λοιπόν αυτό είναι η παράδοση της ίδιας σου της ψυχής στον κόσμο της αριθμολογίας.

«Για ένα κομμάτι ψωμί δεν φτάνει μόνο η δουλειά / για ένα κομμάτι ψωμί πρέπει να δώσεις πολλά. / Δε φτάνει μόνο το μυαλό σου, δεν φτάνει μόνο το κορμί σου. / Το πιο σπουδαίο είν’ η ψυχή σου δικέ μου / Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία.» (Χ. & Π. Κατσιμίχας)

Πολλοί αναφέρουν το ‘διαφωτισμό’ ως την έξοδο από το ‘σκοταδισμό’. «Όταν τα μάτια σου συνηθίσουν το σκοτάδι, το φως σε τυφλώνει οπότε και στρέφεσαι προς το σκότος αντί του φωτός, καθώς εκείνο σε ζαλίζει» (Πλάτων – η αλληγορία του σπηλαίου). Η σύγχρονη πολιτική δεν ανήκει λοιπόν στις πολιτικές επιστήμες; Από πότε η επιστήμη είναι άμοιρη των ευθυνών για τα δεινά του σύγχρονου ανθρώπου; Επιστήμονες δεν είναι αυτοί που σκοτώνουν τους συνανθρώπους τους πατώντας ένα κουμπάκι στον υπολογιστή; Επιστήμονες δεν είναι εκείνοι που χορηγούν δηλητήρια στους ανθρώπους, για να τους έχουν μία ζωή ανάγκη ως φαρμακολόγους; Επιστήμονες δεν είναι οι άλλοι που βιάζουν μικρά παιδάκια στα σχολεία ντυμένοι τα κουστούμια των δασκάλων και καθηγητάδων; Γιατί λοιπόν με την ίδια άνεση που βρίζουν το σύνολο των ιερέων ή των φιλοσόφων ή των καλλιτεχνών, επειδή κάποιος εξ αυτών διέπραξε ένα αδίκημα, δεν γενικεύουν και στην επιστήμη της αριθμολογίας, της ισοπέδωσης και της αφαιρετικής συμφωνίας;

Πόσο προσπάθησες, σοφέ άνθρωπε, να θεμελιώσεις τον σεβασμό της κάθε ύπαρξης ξεχωριστά! Και θέλησες λέει να τους διαφωτίσεις, να τους διδάξεις τον ορθό λόγο! Και καθ’ ένας εξ’ αυτών παραδίνεται αμαχητί στη δημιουργική γενίκευση και την αφαιρετική συμφωνία. Κάθε φορά που θα διαβάσεις σοφέ άνθρωπε αριθμούς στα μάτια των ανθρώπων, θα είναι και ένα ακόμη βήμα προς την αριθμοποίησή του εαυτού σου. Κάθε φορά που θα βλέπεις τρεις πελάτες στη δουλειά σου, θα βλέπεις και τρία αφεντικά να εξουσιάζουν το νου σου. Κι εκείνος θα μοιράζεται στα τρία, παράγοντας τριπλή σχιζοφρένεια στον κόσμο των λογισμών σου. Κάθε φορά που θα βλέπεις τρία τα παιδιά σου, στα τρία θα κόβεις την καρδιά σου, και κάθε παιδί σου θα γεύεται το τρίτο της αγάπης σου. Γιατί εξαρχής μπορούσες να έχεις τρεις καρδιές μέσα στη μία. Κι εκείνες να έχουν άλλες τρεις κι εκείνες άλλες τρεις με τη σειρά τους για να χωρέσεις τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος αντέχει κι από έναν ισοδύναμο κόσμο για κάθε άνθρωπο, αλλά ο κάθε άνθρωπος νοεί έναν κόσμο μοναδικό που δε χωρά κανέναν άλλο, ούτε καν τον ίδιο τον κόσμο. Γι’ αυτό άνθρωπε σοφέ καταλήγεις πάντοτε στο αιώνιο ερώτημα με την κότα και το αβγό: «Αν κάθε άνθρωπος ζει στον κόσμο του, πώς γίνεται να υπάρχει ένας καθολικός κόσμος; Κι αν από την άλλη ζούμε όλοι σε έναν κόσμο, πώς γίνεται να τον βιώνουμε τελείως διαφορετικά;».

Advertisements

Περί όνου …ισχύος.

4 Σχόλια


Πληρότητα και ανομοιογένεια

Πληρότητα και ανομοιογένεια (από την ιστοσελίδα http://www.paulhina.com)


Ισχύς. Λέξη που χρησιμοποιείται σε πλήθος εκφράσεων, με διαφορετική προσέγγιση κάθε φορά. Ισχύς πυρός, προωθητική ισχύς, ισχυρό κύμα, ισχυρός άνθρωπος, ισχυρή δημοκρατία, νομική ισχύς, ισχύον πολίτευμα κλπ. Όμως στην πραγματικότητα τι σημαίνει η λέξη ισχύς και τα παράγωγά της;

Το πώς ακριβώς χρησιμοποιείται η λέξη ισχύς περιγράφεται επαρκώς στα λεξικά της νεοελληνικής, όπως για παράδειγμα, σε εκείνο το αρκετά εύστοχο του Τριανταφυλλίδη. Όμως, όπως συμβαίνει με όλες οι έννοιες, η σημασιολογία περιορίζεται σε απλή περιγραφή των χρηστικών δυνατοτήτων της λέξης, αντί της ερμηνειολογίας. Συνήθως, δε, η απλή παρακολούθηση μιας σημασιολογικής πορείας αντιστοιχεί στην συμπτωματολογική παρακολούθηση της γλώσσας, η οποία παρέχει μεν σημαντικές επεξηγήσεις και αναλύσεις, μα δεν αποτελεί ουσιαστικό και πηγαίο, παιδευτικό χαρακτηριστικό για την εξελισσόμενη κοινωνία.

Στην πραγματικότητα, ισχύς είναι η επιρροή ενός υποκειμένου στο περιβάλλον του ή σε αντικείμενα του περιβάλλοντος, ώστε να καταστούν ικανές και δυνατές οι πηγαίες επιταγές του. Τι σημαίνει αυτό; Ότι στην πραγματικότητα, ισχύς είναι μία ακαθόριστη δύναμη εξωτερίκευσης του ενστίκτου επιβίωσης. Ας δώσω παραδείγματα ισχύος, για να γίνει σαφέστερο…

Ισχυρό κίνητρο, ονομάζεται το κίνητρο που παρέχει βιωσιμότητα μιας θέσης σε νομικό επίπεδο. Χωρίς την παρουσία ισχυρού κινήτρου, κάθε νομική θέση που βασίζεται σε εκείνο δεν δύναται να «επιβιώσει» και απορρίπτεται μαζί με εκείνο. Ισχύον καθεστώς είναι εκείνο το σύστημα που επιβιώνει μέσα από μία κατάσταση επιρροής στις επιμέρους συνιστώσες. Γι’ αυτό και κάθε ισχύον καθεστώς, εξωτερικεύει την εσωτερική του ανάγκη για επιβίωση, προς κάθε πιθανή κατεύθυνση, ακόμη και προς τα συστατικά του. Ισχυρό όπλο είναι το όπλο που έχει την ικανότητα να μας φέρει σε πλεονεκτική θέση έναντι του αντιπάλου, σε μία κατάσταση επιβίωσης. Ειδάλλως, για τον χαρακτηρισμό του με βάση τη φέρουσα ενέργεια και το παραχθέν αποτέλεσμα, ονομάζεται «υψηλής αρχικής ταχύτητας», «διατρητικής ικανότητας», «υψηλής ενέργειας βλήματος» κλπ. Ισχυρογνώμων δεν είναι εκείνος που εκφέρει ισχυρώς μία άποψη, αλλά εκείνος που είναι φορέας μιας άποψης με έντονο το «αίσθημα» αυτοσυντήρησής της (σε ιδεατό επίπεδο). Έτσι, ο ισχυρογνώμων (ο φέρων ισχυρή γνώμη) δεν χρησιμοποιεί την άποψή του για να αποκτήσει ισχύ, αλλά αντίθετα, η φέρουσα άποψή του έχει αποκτήσει ισχύ έναντι του ιδίου (ιδεοληψία) και εν συνεχεία μέσω εκείνου επιβάλλεται στο περιβάλλον του.

Όπως ανέφερα και στο θέμα της εργατιάς, έργο είναι η διαδικασία παραγωγής εξωτερικού αποτελέσματος με χρήση εν-έργειας, δηλαδή εσωτερικού δυναμικού φορτίου. Η ισχύς είναι σε εννοιολογικό επίπεδο το ένα σκέλος της αμφίδρομης δύναμης αλληλοσυσχετισμού μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αντικειμένων. Η έκπτωση της σημασίας της λέξεως είναι αρκετά εμφανής πχ. στη χρήση της έκφρασης «δέχτηκε ισχυρή γροθιά», που ερμηνεύεται ως «υπέστη έντονη ενεργειακή κρούση από πυγμή». Στην πραγματικότητα, ο όρος «ισχυρή γροθιά» δεν ερμηνεύεται αυτούσια ως «γροθιά υψηλής φέρουσας ενέργειας» παρά το γεγονός ότι συνήθως οι ισχυρές γροθιές φέρουν αυξημένες ποσότητες ενέργειας. Εκείνο που ουσιαστικά περιγράφει η φράση «ισχυρή γροθιά», είναι η προσφορά του συγκεκριμένου χτυπήματος στην αγωνιστική «επιβίωση» του αθλητή, στα αθλητικά πλαίσια, έναντι του αντιπάλου του. Έτσι, ισχυρό μπορεί να είναι κι ένα απλώς τεχνικό χτύπημα που θα προκαλέσει ανισορροπία δυνάμεων και πλεονέκτημα νίκης στον αθλητή ενήργησε έναντι του αντιπάλου του.

Για να διαπιστώσει κανείς την διαφορετικότητα μεταξύ του «ισχυρού» και του «ακλόνητου» θα θέσω δύο παραδείγματα. Η ισχυρή αντισεισιμική προστασία στις οικοδομές δεν προβλέπει μόνο ακλόνητα στοιχεία και φορείς (δοκοί κλπ), αλλά ταυτόχρονα μελετά την ύπαρξη ανίσχυρων δομών (τοιχοι κλπ) τα οποία με την  ρώγμωση ή κατάρρευσή τους θα εκτονώσουν μέρος της σεισμικής ενέργειας που μεταφέρεται στην κατασκευή. Αντίστοιχα, στα αυτοκίνητα, μία κατασκευή ισχυρού αμαξώματος προβλέπει μεταξύ των άλλων την πλήρη και αρμονική διάλυσή του σε περιπτώσεις σύγκρουσης, ώστε να μην κινδυνέψουν οι επιβάτες κατά τη διάρκειά τους. Σε πολεμικά οχήματα, η αμυντική ισχύς ονομάζεται κυρίως θωράκιση και σχετίζεται τόσο με την αντοχή σε κρούσεις (παθητική), όσο και με την σταδιακή εκτόνωση της επίθεσης του αντιπάλου (ενεργητική). Κατά την ενεργητική θωράκιση, χρησιμοποιούμε μέσα που αντί να αντιτάξουν ισχύ στην ισχύ, προκαλούν μερικές εκτονώσεις ή παρεκτροπές στην αντίπαλη επίθεση. Έτσι, η ισχυρή ενεργητική θωράκιση δεν  ταυτίζεται με την ακλόνητη , μα αντίθετα, συνιστά ελεγχόμενα καταστροφική θωράκιση.

Είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το πνευματικό πλαίσιο γύρω από τις έννοιες, όταν έχει μάθει, μέσω της εκπαίδευσης, να αντιμετωπίζει τις έννοιες εμπειριοκρατικά, με βάση αποκλειστικά τις αισθήσεις του και την εγωκεντρική στάση ζωής (για να καταλάβω κάτι πρέπει να το υποστώ σε βιολογικό επίπεδο). Εντούτοις, η αποδοχή των εννοιών και επικράτηση αυτών έναντι των εμπειριών, αποτέλεσε τον σπινθήρα για τις πολιτισμικές εκρήξεις ανά τις εποχές, σε αντίθεση με τον εμπειρισμό που πάντοτε προήγαγε τον τομέα της τεχνολογίας. Αυτός είναι άλλωστε κι ο λόγος που σήμερα βιώνουμε θεάματα και ανέσεις, τεχνοτροπίες και απολαύσεις, μην μπορώντας φυσιολογικά να κατανοήσουμε τα αντίστοιχα: συναίσθηση, πληρότητα, τέχνη, ευδαιμονία.

Κατά την επιστροφή μας στην έννοια της ισχύος, δεν μπορώ να μην σταθώ στον εννοιολογικό αποπροσανατολισμό μας κατά τους τελευταίους τρεις αιώνες περίπου, δηλαδή την τεχνολογική έκρηξη μέσω του εμπειρισμού, που παρόμοιό του αμφιβάλλω αν έχει γνωρίσει ο άνθρωπος. Η ισχύς μετατράπηκε σε μαθηματικό παράγωγο της ενέργειας (έργου), λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική διάσταση. Κάπως έτσι επικράτησε και η έκφραση «ισχυρή έκρηξη» που υποδηλώνει δυναμική έκλυση τεραστίων ποσοτήτων ενέργειας σε μικρό χρονικό διάστημα, τη στιγμή που υπάρχει ήδη η επιστημονική έκφραση «εκρηκτική εκτόνωση» ή «εκρηκτική έκλυση ενέργειας». Σαφώς και δεν ευθύνεται η επιστήμη για την ισοπέδωση της έννοιας, όμως συνηθίσαμε να θεωρούμε πως η ισχύς είναι αποκλειστικά μέγεθος αποτελέσματος, λησμονώντας πως λόγω της οικονομίας και πνευματικής εργονομίας, δεν υπήρχε κανένας λόγος να χρησιμοποιούμε στην γλώσσα μας ταυτόσημες λέξεις, τις οποίες κακώς αναγνωρίσαμε ως «θησαυρό» και ομόσημες. Επί της ουσίας δεν υπάρχουν ομόσημες λέξεις, μα συγγενείς και εννοιολογικά γειτνιάζουσες, ακόμη και περιγραφικά προσεγγίζουσες, ανάλογα με την οπτική γωνία που ενίοτε επιλέγουμε. Έτσι, αν αναφερθούμε στο καθοριστικό χτύπημα του πυγμάχου ως «ισχυρό» και «δυνατό» ταυτόχρονα, δεν σημαίνει ότι πλεονάζουμε, δεδομένου ότι το ισχυρό «περιγράφει» τον μερικό συσχετισμό νίκης και το «δυνατό» την μηχανική δυναμική του χτυπήματος. Ένας πυγμάχος μπορεί να «φυσήξει» τον ετοιμόρροπο αντίπαλό του σωριάζοντάς τον στο έδαφος, χωρίς όμως το φύσημα να θεωρείται «ισχυρός» παράγοντας νίκης, καθώς δεν καθόρισε τη νίκη σε σημαντικό βαθμό σε αντίθεση με ένα άλλο χτύπημα που δεν έδωσε άμεσα τη νίκη, μα δημιούργησε τη βασική ανισορροπία δυνάμεων, της οποίας άμεσο επακόλουθο ήταν η επικράτηση.

Κάπου εδώ, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς συμβαίνει στην γλώσσα μας, κι ενώ το επίπεδο εκπαίδευσης έχει ανέλθει ποσοτικώς (απαντάται το μέσο κι ανώτερο επίπεδο εκπαίδευσης στους περισσότερους εξ ημων), η γλωσσική πενία «θερίζει τα πνευματικά στομάχια» της κοινωνίας μας. Δεν είναι ότι δεν θέλουμε να πλουτίσουμε πνευματικά, είναι ότι δεν μπορούμε πλέον. Σε μία μεταφορά, αν κάποιον από εμάς, αποκόπταμε από την υπάρχουσα μαγειρική παράδοση καθ’ όλη τη ζωή του, και τον απομονώναμε σε ένα νησί με όλα τα πρωτογενή αγαθά στην διάθεσή του, θα έτρωγε ρίζες και βρύα και ξερό σιτάρι, μη γνωρίζοντας την ίδια την ουσία και λειτουργία της μαγειρικής. Και μάλιστα θα ήταν και ευτυχισμένος που θα έτρωγε άφθονο σανό, παρέα με τον αξιαγάπητο όνο. Κάπως έτσι είμαστε και στη γλώσσα: χάσαμε την πραγματική «γεύση» των εννοιών απομακρυσμένοι από το βασικό νόημα και λειτουργία της επικοινωνίας, και πλέον είμαστε ευτυχισμένοι με τον λεκτικό «σανό», έχοντας, μεν, στη διάθεσή μας όλα τα πνευματικά αγαθά του κόσμου, μη γνωρίζοντας , δε, τι ακριβώς να κάνουμε με αυτά. Κι αν είμαστε ευτυχείς για την ικανότητά μας να περιορίζουμε το σύνολο των εννοιών της καθημερινότητάς μας στον αριθμό των 250 λέξεων που χρησιμοποιούμε ημερισίως, θεωρώ εξίσου ευτυχή και εξελιγμένο και τον αξιαγάπητο όνο που χρησιμοποιεί άλλες τόσες περίπου παραλλαγές του γκαρίσματος, χωρίς να αξιώνει υπολογιστές και γραβάτες.

Επιστήμη

14 Σχόλια

Δύο όψεις - από την ιστοσελίδα http://neatorama.cachefly.net/

Άνθρωπος ή άλογο; - από την ιστοσελίδα http://neatorama.cachefly.net/

Ορισμός του ρήματος «ίσταμαι» από την ιστοσελίδα ischool.gr:

«Μέρος του λόγου: Ρήμα
1. στέκω
2. αυτοί που κατέχουν αξιώματα
3. αυτοί που ανήκουν στην ανώτερη κοινωνική τάξη»


Παραθέτω τον παραπάνω ορισμό ενδεικτικά, ως υποτυπώδες σημείο εκκίνησης στην διαδικασία ανάλυσης της λέξεως «επιστήμη». Παρά του γεγονότος ότι θα αγγίξω φιλολογικά θέματα, σκοπός μου δεν είναι η επιστημονική φιλολογική προσέγγιση, αλλά συμπληρωματικά προς εκείνη, η ιστορική έκπτωση των εννοιών των λέξεων, οι οποίες βασίζονται σε ένα συγκροτημένο σύστημα λογικής, που είναι ιδιαίτερα εμφανές όταν αναφερόμαστε στην (αρχαία) Ελληνική γλώσσα. Ως εκ τούτου, δεν επιθυμώ να καταργήσω τους φιλολόγους ή να αντιπαρατεθώ μαζί τους. Σκοπός μου είναι ο προβληματισμός γύρω από την ουσία της γλώσσας κι όχι η κατάργηση γνωσιακών εργαλείων και επαγγελματικών θεσμών.

Ο παραπάνω, λοιπόν, ορισμός «στέκει» ως προς την ερμηνεία Νο1, η οποία βρίσκεται πολύ κοντά στην πηγή της λέξεως. Οι άλλες δύο παρότι είναι «ποιητικές», δίνουν την σύγχρονη εκπτωτική σημασία στην παραπάνω λέξη.

Ίστημι (ίσταμαι) λοιπόν σημαίνει «ορθώνω-ομαι».  Στην πραγματικότητα, αναφέρεται σε οντότητες, είτε βιολογικές είτε πνευματικές-νοητικές μέσω της «ποιητικής αδείας». Ας πάμε όμως να δούμε τα σύνθετα της λέξεως, ώστε να πάρουμε μία γεύση της πραγματικής σημασιολογικής αξίας αυτής.

  • Συν-ίστημι (σύστημα)  ή συν-ίσταμαι (σύσταση) σημαίνει -ορθώνω/ορθώνομαι ως-  μία νέα οντότητα στη θέση των (πολλών) παλαιότερων, χρησιμοποιώντας αυτά ως μέρη της νέας σύνθεσης.
  • Δι-ίστημι (διάστημα) σημαίνει ότι μπαίνω ανάμεσα και δι-ίσταμαι (διάσταση) θα πει ότι διαχωρίζομαι από κάτι σε δύο αυτόνομες οντότητες. Μεταφορικά, και ειδικότερα στην επιστήμη χρησιμοποιείται, ώς  η παραγωγή ενδιάμεσου χώρου, τον οποίο και αναγνωρίζει ως ξεχωριστή οντότητα με ιδιότητες.
  • Εν-ίσταμαι (ένσταση) σημαίνει ορθώνω ανάστημα, εξεγείρομαι, επαναστατώ, χωρίς να προκαλώ όμως ενεργές επιδράσεις στο περιβάλλον κλπ., αλλά και ορθώνω επιχείρημα μέσα σε ένα συγκεκριμένο λογικό σύστημα (πχ. νομικό).
  • Εξ-ίσταμαι (έκσταση) είναι η πνευματική διάχυση (διασκορπισμός) της οντότητας, που καταρρέει ως αυτοδύναμη μοναδικότητα σε κατάσταση χάους, εξωτερίκευση της οντότητας.
  • Παρ(παρα)-ίστημι (παράστημα) ή παρ(παρα)-ίσταμαι (παράσταση) είναι η τοποθέτησή ενός αντικειμένου ή εμού του ιδίου στο πλευρό μιας οντότητας, ή στο περιθώριο αυτής.
  • Συμπαρ(συν)(παρα)-ίσταμαι (συμπαράσταση) είναι η παράστασή μου με σκοπό τη δημιουργία μιας οντότητας, ομάδας, οικογένειας κλπ.
  • Υφ(υπο)-ίσταμαι (υπόσταση) σημαίνει ότι τοποθετώ τον εαυτό κάτω από κάτι  ή ότι (παθητικά) δέχομαι επιρροή.
  • Προ-ίσταμαι (προϊστάμενος) σημαίνει ότι τοποθετώ τον εαυτό μου μπροστά από μία οντότητα, σε προβολικό επίπεδο αυτής (χωρικό, χρονικό, οργανωτικό κλπ.).
  • Καθ(κατά)-ίστημι (κατάστημα) ή καθ(κατά)-ίσταμαι (κατάσταση) σημαίνει ότι μεταβάλλομαι σταδιακά  σε μία οντότητα, με συγκεκριμένες ιδιότητες (εμπορικό κατάστημα που μετατρέπει το προϊόν σε εμπόρευμα, σωφρονιστικό κατάστημα που επαναφέρει το άτομο σε σώφρονα κατάσταση κλπ).
  • Από-καθ(κατα)-ίσταμαι είναι η ολοκλήρωση/περάτωση της κατάστασης, σε μία παγιωμένη μορφή.
  • Αντι – καθ (κατά) – ίσταμαι (αντικατάσταση) είναι η οριστική τοποθέτηση στη θέση ενός προηγούμενου.
  • Ανθ(αντί)- ίσταμαι (αντίσταση) είναι η τοποθέτηση απέναντι ή εγκάρσια/»κόντρα» στη ροή, η τάση να δυσχεράνω τη ροή, την ύπαρξη ή λειτουργία μιας άλλης οντότητας.
  • Μεθ(μετα)- ίσταμαι (μετάσταση) είναι η μεταφορά  και ανόρθωση μιας οντότητας σε άλλο σημείο, επίπεδο (χωρικό ή χρονικό) ή η μεταφορά χαρακτηριστικών ιδιοτήτων μιας οντότητας σε άλλη.
  • Αν(ανά)-ίστημι (ανάστημα) ή αν(ανα)-ίσταμαι (ανάσταση ) σημαίνει ότι επαναφέρω την -επί μέρους ή καθολικά- απωλεσθείσα ύπαρξή ενός αντικειμένου ή εμού του ιδίου, ή ότι αλλάζω ιδιότητες σε εκείνο μέσω της απώλειας και αναγέννησης.
  • Επαν(επανα)-ίσταμαι (επανάσταση) κι όχι επι-ανα-ίσταμαι, είναι η αλλαγή των ιδιοτήτων μου από τη βάση τους και μεταφορικά η αλλαγή του τρόπου που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα και συμμετέχω σ’ αυτά (θα ακολουθήσει σε επόμενα κείμενα η ανάλυση της εκπτωτικής  αλλαγής του παθητικού με ενεργητική διάθεση «επανίσταμαι» σε  απολύτως ενεργητικό  «επαναστατώ», το οποίο και περιορίζεται σε «εξεγείρομαι»).
  • Τέλος αφ(από)-ίστημι (απόστημα) ή αφ(απο)-ίσταμαι (απόσταση, αποστασία) σημαίνει ότι -αποκόπτω/ομαι ως- κομμάτι από ένα σύνολο σε μία αυτοτελή καινούργια οντότητα.

Σε καμία από της παραπάνω ερμηνείες δεν λαμβάνει το ρήμα ίσταμαι την αυθεντική ερμηνεία του «γνωρίζω». Σε  τέτοια περίπτωση άλλωστε «ανθίσταμαι» θα σήμαινε ότι αντιδρώ στη γνώση (!) ή «παρίσταμαι» ότι παραγνωρίζω (!) κ.ο.κ.. Αντίστοιχα, μπορεί ο καθένας να κάνει λογοπαίγνια με τις υπόλοιπες προθέσεις, για να καταλήξει σε αστείες ερμηνείες των λέξεων με συνθετικό το υπό ανάλυση ρήμα. Από πού κι ως πού λοιπόν το «επίσταμαι» (παθητικό), που αποτελεί τη ρίζα της λέξεως «επιστήμη» σημαίνει γνωρίζω; Ας δούμε τη λέξη από λίγο πιο κοντά.

  • «ἐγὼ δὲ οὐκ ἐκοπίασα κατακολουθῶν ὀπίσω σου, καὶ ἡμέραν ἀνθρώπου οὐκ ἐπεθύμησα, σὺ ἐπίστασαι«

Μετ.: Κι εγώ δεν κουράστηκα να σε ακολουθώ, και δεν πεθύμησα την καθημερινότητα (κοινή ζωή) του ανθρώπου, ΕΣΥ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙΣ«


Είναι τραγικό το πώς έχει παρερμηνευτεί εκπτωτικά η λέξη «επίσταμαι» σε «γνωρίζω». Το νόημα της λέξεως δεν σχετίζεται άμεσα με το οίω ή το γιγνώσκω, όπως άλλωστε μας ξεκαθαρίζει η ετυμολογία του. Το γεγονός πως κάποιος αγκαλιάζει επιφανειακά ένα αντικείμενο με εποπτική διάθεση, δεν σημαίνει ούτε ότι το γνωρίζει, ούτε ότι σκοπός του είναι αποκλειστικά να το γνωρίσει. Από την άλλη πλευρά η γνώση είναι απαραίτητο εργαλείο φροντίδας, στην οποία βασίζονται οι άμυνες κάθε έλλογου όντος. Όμως, δεν σημαίνει αποκλειστικά και «στεγνά» γνωρίζω. Ακόμη και η λέαινα επίσταται τους σκύμνους της, με όση γνώση ή λογική μπορεί να διαθέτει ένα θηλαστικό που δεν είναι άνθρωπος. Από την άλλη, η φράση που παρέθεσα παραπάνω ανήκει στα πλαίσια της Θεολογίας. Θα ήταν ανούσιο να περιορίσουμε την έννοια της σχέσεως επιστασίας από τον Θεό  προς τον  άνθρωπο στη γνώση. Πρόκειται για γενικότερη φροντίδα κι εποπτεία, που περιλαμβάνει όλες τις έννοιες στοργής και αγάπης που τρέφει ο πατέρας για το υιο. Αλίμονο αν ο ρόλος του πατέρα είναι απλώς να διδάσκει την αλφαβήτα στο γιο…

«Επί-ίσταμαι» σημαίνει ετυμολογικά ότι στέκομαι έξω από, αλλά σε επαφή με το αντικείμενο (οντότητα), σαν προστατευτικό κουκούλι. Θα μας βοηθήσει η λέξη επιστάτης που έχει ίδια ρίζα, καθώς και η επιστασία (πχ των παιδιών). Στην πραγματικότητα, κι επειδή λειτουργούμε με βάση την όραση, η λέξη επιστασία σχεδόν ταυτίζεται με την εποπτική μέριμνα. Επειδή δε, στον άνθρωπο και λόγω της φέρουσας ηθικής του, η εποπτεία είναι ταυτόσημη με τη φροντίδα, λαμβάνει τη σημασία της επιμέλειας αλλά με πιο αποστασιοποιημένη μορφή. Πώς όμως έφτασε η λέξη «επιστήμη» να σημαίνει γνώση, ενώ στην πραγματικότητα δεν θα υπήρχε λόγος να δημιουργήσουμε μία ακόμη λέξη με ίδιο περιεχόμενο (πχ. οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ήδη χρησιμοποιούσαν λέξεις όπως πχ. γιγνώσκω)  και η Επιστήμη θα μπορούσε κάλλιστα να ονομάζεται Επίγνωση;

Στην αρχαιότητα, ο Πλάτων θεωρούσε ως βάσεις της επιστήμης (φροντίδας και εποπτείας) τα μαθηματικά (με όλες τις μορφές τους) και την αρμονία. Ως κορωνίδα της τοποθετεί τη διαλεκτική φιλοσοφία. Όλες τις υπόλοιπες μορφές γνώσης θεωρεί Τέχνες. Κι όντως, εκείνη την εποχή, όλα τα σημερινά γνωστικά πεδία αποτελούσαν φιλοσοφικές προσεγγίσεις, οι οποίες είχαν ως στόχο την «επιμέλεια» του νου και της ψυχής. Οι Τέχνες (ιατρική, μηχανική, νομική, ρητορική κλπ.),   φρόντιζαν για το εφήμερο. Δεν απέβλεπαν σε «διαχρονική επιστασία», αλλά άμεση ρύθμιση μίας ατομικής ή κοινωνικής ανάγκης που ήρθε στο προσκήνιο. Στην πραγματικότητα, η ταύτιση της γνώσης με την επιστήμη έγινε πολύ αργότερα,  όταν πλέον η γνώση έγινε αυτοσκοπός κι όχι εργαλείο του ανθρώπου. Λησμονήθηκε ότι η γνώση αποτελεί εργαλείο της επιστήμης (=εποπτείας και προφυλάξεως του ανθρώπου) κι όχι το αντίθετο.  Σε αυτό το σημείο θα τονίσω ότι είναι διακριτή η διαφορά μεταξύ του επιμελούμαι και του επίσταμαι. Το πρώτο σχετίζεται με το τί μπορώ να προσφέρω με βάση τις τωρινές μου δυνατότητες (επιμελής είναι ο μαθητής που φροντίζει κάθε ημέρα για το αυριανό του μάθημα, τον άμεσο στόχο), ενώ το δεύτερο σχετίζεται με την έξωθεν εποπτεία  του πλαίσιου των τωρινών δυνατοτήτων, ώστε να δημιουργήσω συνθήκες διαχρονικής φροντίδας (φιλοσοφία, όπως σωστά έθεσε ο Πλάτων).

Ο Αριστοτέλης διαχωρίζει επίσης τις Τέχνες από την Επιστήμη, θεωρώντας πως οι Τέχνες βασίζονται στο «ποιείν», δηλαδή τις δημιουργίες που στοχεύουν στην καθημερινότητα του ανθρώπου και σχετίζονται με τον υλικό κόσμο. Για τον ίδιο φιλόσοφο, στις Επιστήμες ανήκουν η Θεολογία, τα Μαθηματικά και η (μη υλιστική) Φυσική. Σκοπός τους είναι να ανακαλύψουν την αλήθεια που κρύβεται πίσω από τα πράγματα, κι όχι μέσα σε αυτά. Κατά τον Επίκουρο, η μόνη πραγματική επιστήμη είναι η φιλοσοφία, καθώς τα μαθηματικά εισάγουν ιδεατά σύμβολα που παγιδεύουν του νου.

Για πάμπολλους αιώνες, η επιστήμη ήταν αμπελοφιλοσοφία στα μάτια του απλού λαού. Την έβλεπε ως ενασχόληση των πλουσίων ή των τεμπέληδων, και στην πραγματικότητα υποτιμούσε τους ανθρώπους που ασχολούνταν με εκείνη. Θεωρούσαν ότι οι τέχνες είναι πρακτικές και αρκετές για να τους διευκολύνουν την διαβίωση-επιβίωση. Άλλωστε, τόσο στην αρχαία Ελλάδα (μητέρα των επιστημών) όσο και στις μετέπειτα Ελληνιστικές εποχές και τον Μεσαίωνα κυριαρχούσαν οι Τέχνες στην ζωή,  εξαναγκάζοντας τις περισσότερες φορές τους ανθρώπους της Επιστήμης σε ακραίες στάσεις ζωής-θανάτου.

Η μεγάλη αλλαγή στην επιστήμη έγινε κατά την εποχή της Αναγέννησης και ολοκληρώθηκε κατά τον Διαφωτισμό, όταν πλέον μία κοινωνική ομάδα ανέλαβε τα ηνία της κοινωνίας, μπλέκοντας τις Τέχνες με την Επιστήμη, σε μία προσπάθεια ενοποίησης των πεδίων σε κοινό γνωσιακό αντικείμενο. Εδώ, θεωρώ σημαντικό να δούμε τις δύο παραπάνω ερμηνείες της λέξεως ίσταμαι, όπως παρατίθενται στο λεξικό της ιστοσελίδας ischool.gr. «Ξαφνικά» (με περιπαικτική διάθεση), το «ίσταμαι» έχει λάβει τη σημασία του αξιώνομαι και του είμαι ανώτερος, αντί του ορθώνομαι και του αποτελώ μία αυτόνομη οντότητα. Και όλως  εξ αίφνης, εμφανίζονται «επιστημονικές ελίτ» που αναλαμβάνουν τις τύχες και κρίσεις επί των ανθρώπων. Έρχεται το ρεύμα του Διαφωτισμού να καθαρίσει τα «απόβλητα» των «στάσιμων» υδάτων του Μεσαίωνα, τοποθετώντας στη θέση της «θεοκρατικής τάξης», μία «γνωσιακή ελίτ». Πλέον, ταυτίζεται η γνώση με την επιστήμη, με αμφίδρομο μα και φαυλοκυκλικό αποτέλεσμα: τόσο η γνώση να γίνει αυτοσκοπός, δηλαδή μία αυτόνομη οντότητα μου φροντίζει τον εαυτό της (επιστάτης του εαυτού της), όσο και η επιστήμη να καταστεί γνώστης του εαυτού της (επιστημονική αυτογνωσία), που αυτομάτως αναιρεί την δυνατότητα εξέλιξης πέρα από τα όρια και τις συνθήκες που εκείνη έχει θέσει, όπως άλλωστε υποστήριξα σε προηγούμενη παράγραφο («…σχετίζεται με την έξωθεν εποπτεία  του πλαισίου των τωρινών της δυνατοτήτων»).

Και τελικώς φτάνουμε στο εξής παράδοξο: να εξισώσουμε την Επιστήμη με τις Τέχνες, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο τμήματα ενός μαγνήτη που συμμετέχουν σε δίπολο  δυναμικής ισορροπίας. Οι μέν Τέχνες αφορούν τον υλικό κόσμο και την εμπειρική προσέγγισή του, ώστε να γίνεται δυνατό το εφήμερο και το αισθητικώς αντιληπτό βραχυπρόθεσμα, η δε Επιστήμη μελετά το μή αισθητό, το μή άμεσα αντιληπτό από τις αισθήσεις, και το μακρυπρόθεσμο που μόνο ο νούς και η ψυχή μπορούν ν’ αντιληφθούν (κόσμος των ιδεών). Εδώ αξίζει να αναφερθούμε επιγραμματικά και στον όρο «Τέχνη» και τη σχέση της με τις σημερινές Καλές Τέχνες (γλυπτική, ζωγραφική κλπ.), που στην πραγματικότητα ουδεμία σχέση έχουν. Οι Καλές Τέχνες είναι στην πραγματικότητα Επιστήμες (εποπτεύουν, εξισορροπούν), σε αντίθεση με τους επιστημονικούς τομείς (φυσική, χημεία κλπ.) που στην πραγματικότητα αποτελούν Τέχνες (εκ του τίκτω = γεννώ, παράγω άμεσο αποτέλεσμα) ή απλώς γνωσιακά πεδία μίας γλώσσας του ανθρώπου, η οποία στις μέρες μας -ατυχώς, μα διόλου τυχαία…- ονομάζεται Επιστημονική. Άλλωστε, και μόνο το γεγονός πως η λέξη τέχνη περιλαμβάνει από την εργασία του απλού ξυλοκόπου μέχρι τα τεράστια έργα κλασσικής μουσικής και ζωγραφικής, δείχνει τη μεγάλη σημασιολογική σύγχιση. Οι σύγχρονοι καλλιτέχνες και φιλόσοφοι είναι στην πραγματικότητα επιστήμονες με την αυθεντική ερμηνεία του όρου, σε αντίθεση με τους σημερινούς ΤΕΧΝΟλόγους επιστήμονες που είναι στην πραγματικότητα τεχνίτες (υπηρέτες της τέχνης),σ’ύμφωνα με την επίσης αυθεντική ερμηνεία της λέξης.

Έχει διερωτηθεί ποτέ κανείς γιατί στην επιστήμη του πολιτικού μηχανικού εξειδικεύεται κάποιος μέσω των Πολυ-ΤΕΧΝ-ικών σχολών;

Εργασιακή τάξη (Εμείς, η μεσαία τάξη -η συνέχεια-)

Σχολιάστε

ypo

Εργάτης είναι μία λέξη που περιγράφει/ορίζει την ιδιότητα ενός ανθρώπου να παράγει έργο. Όμως τι ακριβώς είναι έργο;

Σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας έργο (ergo) είναι η διαδικασία παραγωγής άμεσου αποτελέσματος με την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων ενέργειας από την μηχανική του σώματος του ανθρώπου. Κατά το πέρασμα των αιώνων, το έργο αυτονομήθηκε ως έννοια και λειτούργησε ως ουσιαστικό που περιγράφει το παραχθέν αποτέλεσμα μέσω της παραπάνω διαδικασίας. Έτσι, λέμε έργα υποδομής, έργο οδοποιίας, κινηματογραφικό έργο κλπ. Στα παλαιότερα χρόνια «εργάτης» ήταν η περιγραφή ενός συνόλου ανθρώπων που κατανάλωναν τεράστιες ποσότητες μηχανικής ενέργειας, προκειμένου να παραχθούν συγκεκριμένα αποτελέσματα, συνήθως άμεσα αντιληπτά και βασικά για την επιβίωση των υπολοίπων. Έτσι, ο τσαγκάρης ή ο φούρναρης δεν ήταν εργάτες, καθώς απλά επεξεργάζονταν την πρώτη ύλη που παρήγαγαν οι εργάτες (αγρότες). Το ίδιο και οι μηχανικοί που επεξεργάζονταν την πρώτη ύλη που παρήγαγαν οι εργάτες (πλίνθοι, λάσπη κλπ). Όμως, εκείνοι που εργάζονταν για το έργο που επέβλεπε ο μηχανικός ήταν εργάτες (δούλοι συνήθως), οι οποίοι και κατέβαλαν τεράστιο μόχθο στην υπηρεσία του χειροπιαστού αποτελέσματος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο γίνονταν ο διαχωρισμός μεταξύ του εργάτη και του τεχνίτη.

Με την ανάπτυξη του εμπορίου, δημιουργήθηκε ο τομέας των εμπόρων, που φυσικά ουδεμία σχέση είχαν με τους εργάτες, παρά μόνο στον τρόπο με τον οποίο τους χρησιμοποιούσαν στις επικουρικές εργασίες του εμπορίου. Οι έμποροι δεν περιγράφονταν επαρκώς από τους δύο υπάρχοντες «τύπους» προσφοράς: τους εργάτες και τους τεχνίτες. Έτσι, προώθησαν έναν νέο τύπο εργασίας που σήμερα ονομάζουμε «υπηρεσίες». Εδώ είναι σημαντική η ετυμολόγηση του υπηρετώ*. Στην πραγματικότητα προέρχεται από την πρόθεση «υπό» και τον αόριστο του ρήματος «αίρω» (ήρα) που σημαίνει ανυψώνω, γίνομαι στήριγμα για να ανυψωθεί ένα αντικείμενο. Χρησιμοποιήθηκε στη σύγχρονη έκφρασή του ως «μεσολαβώ» ή «κομίζω», δηλαδή μεταφέρω, γίνομαι ενδιάμεσος μίας μεταφορικής κατάστασης. Στις αριστοκρατικές τάξεις των προηγούμενων αιώνων υπηρέτης ήταν ο κομιστής των όποιων αντικειμένων που απαιτούσε ο άρχοντας.

Στην εποχή μας έχει επικρατήσει ο όρος «εργαζόμενος», ο οποίος ουδέ μία σχέση έχει με τον «εργάτη». Διότι, ο εργάτης παράγει άμεσο αποτέλεσμα επί μακρόν με καταβολή μόχθου, ενώ ο εργαζόμενος θεωρείται οιοσδήποτε μετέχει εργασίας ως επαγγελματίας απασχολούμενος (με τη σύγχρονη ερμηνεία της λέξης, της κοινής «απασχόλησης»). Η εργασία είναι, όντως, ένας εκ των τομέων που συνιστούν ένα έργο, σύμφωνα με την δεύτερη ερμηνεία του έργου, όπως την παρέθεσα στην πρώτη παράγραφο, εκείνης της έννοιας δηλαδή που υποδηλώνει το αποτέλεσμα που παράγεται από εργάτες. Όμως, η διαφορά είναι σημαντική: ενώ το έργο απαιτεί την συμμετοχή εργατών για να παραχθεί, ετούτο δεν σημαίνει αυτόματα πως όποιος μετέχει στην παραγωγή του έργου είναι απαραίτητα εργάτης. Για να μην μπερδευτούμε, θα το αναλύσω με τη βοήθεια παραδείγματος.

Έστω ότι το έργο που παράγεται ονομάζεται «δρόμος». Η παραγωγή του έργου απαίτησε μόχθο ή αλλιώς στην κοινή καθομιλουμένη «ιδρώτα» (κάματο). Αν εξαιρέσουμε το γεγονός πως κάματος παράγεται από κάθε μας κίνηση -συνειρμός που αφορίζει τα πάντα, μιας και πρέπει να πληρωνόμαστε επειδή προφανώς ζούμε (κινούμαστε)-, ο κάματος στην εργασία κλιμακώνεται σταδιακά και ανάλογα με το πόστο του κάθε μετέχοντα. Έτσι, οι άνθρωποι που ανεβαίνουν στις σκαλωσιές ή σκάβουν με τα φτυάρια (κλπ.) καταναλώνουν καθημερινά σημαντικές ποσότητες εσωτερικής ενέργειας σε μηχανικό έργο, σε αντίθεση πχ. με τους μηχανικούς, τους οδηγούς ή τους τεχνίτες. Εκείνος που καταναλώνει τεράστια ποσά ενέργειας είναι εργάτης, σε αντίθεση με τον καλουπατζή ο οποίος είναι τεχνίτης, τον επιβλέποντα μηχανικό ο οποίος είναι επιστημονικό προσωπικό, τον λογιστή ο οποίος ανήκει επίσης στο επιστημονικό προσωπικό κλπ.

Καταλαβαίνουμε επομένως ότι η έννοια εργάτης δεν ταυτίζεται με την αντίστοιχη του εργαζόμενου. Διότι εργαζόμενος μπορεί να είναι και ο τραπεζίτης, ο πολιτικός, ο γιατρός, ο δικηγόρος, ο πωλητής, ο μουσικός, ο ιερέας κλπ. Εφόσον κάνουμε αυτόν τον διαχωρισμό, μπορούμε να μπούμε στο βασικό και ουσιαστικό νόημα του άρθρου, την περιβόητη και πολυσυζητημένη «εργατική τάξη».

Στο προηγούμενο άρθρο έδωσα μία βασική προσέγγιση της «μεσαίας τάξης» η οποία έχει έντεχνα ταυτιστεί με την εργατική. Όμως, στη σύγχρονη ιστορία (δηλαδή στη διασπορά των υπηρεσιών στην κοινωνία), η εργατιά απαντά στα «κατώτερα» στρώματα, σε αντίθεση με τις πρωταρχικές κοινωνικές διαστρωματώσεις που ο αγρότης ήταν πραγματικά ισχυρός. Σήμερα, μπορούμε να μιλάμε για την εργατική τάξη του γκαρσόν, του delivery, του καταστηματάρχη, του δασκάλου κλπ. Όλοι αυτοί, όμως, ανήκουν στον εργασιακό τομέα κι όχι στον εργατικό. Όπως ανέφερα παραπάνω, στον εργασιακό τομέα ανήκουν όλοι όσοι μετέχουν μισθωμένων εργασιών, θέσεων και υπηρεσιών. Η υποβάθμιση της έννοιας της εργασίας (παραγωγή έργου κοινωνικών παροχών) και η –μοιραία- βαθμιαία σημασιολογική σύμπτωση της εργασίας με την εργατιά, ήταν στην ουσία και ο καταποντισμός του φέροντος αισθήματος των εργατικών κινημάτων και ο εννοιολογικός ενταφιασμός κάθε προσδοκίας για κοινωνική αποκατάσταση της «εργατικής» τάξης.

Στην εισαγωγή του «Κεφαλαίου» του Μαρξ σε απόδοση Μαρξ Κάουτσκυ, υπάρχει το εξής σχόλιο από τον Μπερνάρ Σω:

«Ακόμη ήταν μόδα πριν από εικοσιπέντε χρόνια ανάμεσα στους Άγγλους σοσιαλιστές, να ισχυρίζονται πως έχουν διαβάσει σωστά τον Καρλ Μαρξ και το φημισμένο του έργο «το Κεφάλαιο». Τον διάβασα πραγματικά, μόνο για να ανακαλύψω, πως αυτό το βιβλίο δεν περιέχει ούτε μία πρόχειρη λέξη για το αντικείμενο του σοσιαλισμού. Δεν λογαριάζω τον Μαρξ ούτε ανάμεσα στους Γερμανούς συγγραφείς, ούτε ανάμεσα στους συγγραφείς καμίας εθνικότητας. Ανήκει στον Διεθνισμό και η πολεμική του κραυγή είναι ‘αντιαστοί όλων των χωρών ενωθείτε στον αγώνα!’. Ο κόσμος οφείλει μεγάλη ευγνωμοσύνη προς τον Μαρξ για την περιγραφή του του εγωισμού και της βλακείας αυτής της αξιοπεριφρόνητης μεσαίας τάξης, που λατρεύεται στην Αγγλία και στη Γερμανία, και «το Κεφάλαιο» είναι ένα από εκείνα τα βιβλία, που αλλάζουν το νου του ανθρώπου, όταν κατορθώνει να το χωνέψει σωστά».

Χαρακτηριστικά στο σχόλιο του Σω είναι τα εξής σημεία κατά την προσωπική μου άποψη: ερμηνεύει «το κεφάλαιο» ως διδασκαλία προς τους αντιαστούς κι όχι προς τους εργάτες ή τους αστούς του μόχθου, και αναφέρεται στον βλακώδη εγωισμό (ιδιοτέλεια) της μεσαίας τάξης που τόσο πάσχει από την ιδεοληψία του κατ’ επίφασην σοσιαλισμού και της φαντασιακής αλληλεγγύης, όπως περιέγραψα στο προηγούμενο κείμενο «εμείς η μεσαία τάξη…». Φυσικά, η παρατήρηση του Σω για την μεσαία τάξη της Αγγλίας και Γερμανίας στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, μπορεί να αναχθεί ποιοτικά -εύκολα και όχι ιδιαίτερα επισφαλώς- στα χαρακτηριστικά της σημερινής διεθνούς μεσαίας τάξης, η οποία και αποτελεί εξαγωγικό πολιτικό-κοινωνικό προϊόν, από το πυθάρι της εσωτερικής κοινωνικής οργάνωσης των παραπάνω χωρών προς τον υπόλοιπο κόσμο.

Διότι με την υπάρχουσα αντίληψη περί εργασίας και εργατικής τάξης (στην πραγματικότητα εργασιακής), εργάτης (εργαζόμενος) είναι και ο διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Αρχιεπίσκοπος, ο Πρόεδρος του ΟΗΕ, ο εφοπλιστής και πλοιοκτήτης πετρελαιοφόρων κλπ. Εκεί καταντήσαμε με την διαρκή και έντεχνη έκπτωση των εννοιών. Να μην ξέρουμε τι αντιμαχόμαστε και γιατί το αντιμαχόμαστε. Γιατί στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε σε ποια πλευρά ανήκουμε, με αποτέλεσμα να καταλήγουμε -ζαλισμένοι από την αναζήτηση- στον βολικό, βλακώδη και ανενεργό/ουδέτερο χυλό από ιδιοτελή ανθρωπόμορφα συστατικά, εκείνον της «μεσαίας τάξης».

Η αντίδραση των εγχώριων media στην παγκόσμια οικονομική κρίση θυμίζει τη γνωστή παροιμία «κι η μυλωνού τον άντρα της». Όπως ακριβώς η εγχώρια αστική τάξη αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως μεγιστάνες ενώ πρόκειται για απλούς μεγαλομπακάληδες…»
( Από το ένθετο περιοδικό «ΕΙΚΟΝΕΣ» της εφημερίδας «ΕΘΝΟΣ» / τεύχος Νο.347 της 19.10.08 )
*= άλλες ετυμολογικές αναλύσεις θέλουν το υπηρετώ παράγωγο των υπό και ερέτης, δηλαδή υπό του κωπηλάτη στα αρχαία πλοία. Προσωπικά βρίσκω την ερμηνεία αυτή αδύναμη, όμως το γενικό νόημα παραμένει το ίδιο, δηλαδή η υπακοή στις προσταγές του αρχηγού.

Εμείς, η μεσαία τάξη…

8 Σχόλια

Από την ιστοσελίδα www.cartoonstock.com
μέσος average
επίθ ουδ / θ / α μέσος, μέση, μέσο [‘mesos, ‘mesi, ‘meso]
1 μεσαίος
μέσο μέγεθος
2 μέτριος
μέσο επίπεδο
3 κοινός
ο μέσος πολίτης
ο μέσος όρος (+γεν)
ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο
υψηλός μέσος όρος ηλικίας

Αυθορισμός:

Ας προσπαθήσω να προσεγγίσω τη «μεσαία τάξη» με βάση τον ορισμό του προσδιορισμού «μέσος».

Σύμφωνα με τον ορισμό Νο1, λοιπόν, πρόκειται για το μέσο μέγεθος, το συχνότερα εμφανιζόμενο, εκείνο που μπορεί να βολέψει το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού. Κι όντως, βολικά αοριστολογικό, ευκόλως παρεξηγήσιμο και παρανοήσιμο, επιδέχεται χαλάρωση με τη χρήση σαν ένα κοινό ρούχο, μα και δύναται να υποστεί στένεμα με πιθανό απρόσεκτο πλύσιμο. Εύκολα μετατρέπεται από μέσο σε μεγάλο μα και σε μικρό, ανάλογα με το πώς θα το χρησιμοποιήσει και συντηρήσει κανείς.

Ο ορισμός Νο2 παραπέμπει σε ποιοτικό μέγεθος: «μέτριος». Αυτό είναι δυνατό να το προσεγγίσουμε είτε εμπειρικά, με βάση τις αισθήσεις , όπως πχ λέμε ένας μέτριος καφές, είτε ιδεατά και αισθητικά, όπως πχ. λέμε «μέτρια απόδοση του έργου». Η πρώτη περίπτωση προσεγγίζει την πρώτη ερμηνεία, δηλαδή του μέσου μεγέθους, μιας και η εμπειριοκρατία σχετίζεται με την ανάλυση ποσοτικών μεγεθών. Στην πραγματικότητα ο μέτριος ταυτίζεται ποσοτικά με τον μέσο, μιας και ο έχων κατά νου το μέτρο (μέτριος), πάντα προσεγγίζει μία -μαθηματικού τύπου- πιθανολογική ποσοτική τιμή.

Ο ορισμός Νο3 είναι η σύνθεση των ορισμών Νο1 και Νο2, και προσαρμογή τους στα μέτρα της ανθρώπινης κοινωνίας. Δηλαδή, η ποσοτική και ποιοτική ανάλυση των κοινωνικών στρωμάτων, ασχέτως με την οπτική γωνία που εμείς κάθε φορά επιλέγουμε ως όψη παρατήρησης. Από τα αρχαία χρόνια υπήρχε ο διαχωρισμός μεταξύ της άρχουσας τάξης (πχ. γαλαζοαίματων) και των «κοινών» (ορισμός Νο3) θνητών. Βέβαια, αυτή η ιστορία βολεύει εξίσου και τους «κοινούς» θνητούς, καθώς φαίνεται να τους εξισώνει (ψυχολογικά) με τους «κοινούς μη έχοντες» της κάθε εποχής, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην υπάρχει για εκείνους κατώτερη τάξη, αλλά μόνο μέση και ανώτερη (η μεσαία αναλαμβάνει το ρόλο της κατώτερης καταργώντας τα νοητά όρια μεταξύ των). Ετούτη όμως η διαπίστωση, είναι καί μαθηματικώς άστοχη. Το μέσο και το ανώτερο προϋποθέτουν την ύπαρξη κατώτερου, οπότε και μεσαίο θεωρείται το σύνολο τιμών (τομέας, τμήμα) που περιέχονται μεταξύ οριακών τιμών, με τις οποίες και εμφανίζει αντίστοιχα συσχετισμούς αμφίδρομων ανισοτήτων [μεγαλύτερο από (>) και μικρότερο από (<)].

«Εμείς η μεσαία τάξη είμεθα η μόνη τάξη

με έντιμη συνείδηση, εθνική.

Παρασυρόμενοι όμως απ’ τις άλλες τάξεις,

στα νοήματα μα και στις πράξεις,

δίνουμε χροιά πολιτική:

Για όλα φταιν οι γκόμενες…

Κι όπως είναι φυσικό η μεσαία τάξη

θέλει κι εκείνη λιγάκι να διατάξει,

να γίνει άρχουσα δηλαδή…

Στην κλειδαρότρυπα στημένη με το χέρι στην τσέπη

χρόνια τώρα περιμένει και βλέπει,

όμως την εμποδίζει ένα κλειδί!»

(Οι γκόμενες, Δήμος Μούτσης)

Αυτοκριτική:

Στην πραγματικότητα εκείνο που συμβαίνει είναι ότι η «μεσαία» τάξη συμμετέχει στο έγκλημα από κοινού με την άρχουσα τάξη, προσπαθώντας να παγιώσει τη θέση της στην ελίτ των -μερικώς ή επαρκώς- προνομιούχων της ανθρωπότητας. Αυτός είναι και ο λόγος που σπανίως κοιτά προς τα κάτω, μα και όταν κοιτά, στην ουσία ρίχνει λοξές ματιές μέσα από καθρέφτες ώστε να βλέπει και τον εαυτό της στη συνολική εικόνα. Έτσι, καθώς παρακολουθεί έναν συνάνθρωπο να πεθαίνει της πείνας ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο, η μεσαία τάξη σπεύδει να οικειοποιηθεί το γεγονός, διαδηλώνοντας πως «μας αφήνουν να πεθάνουμε στο πεζοδρόμιο», την ώρα που ένα κομμάτι ψωμί κι ένα παλαιό ρούχο θα μπορούσε κάλλιστα να προσφέρει χωρίς ιδιαίτερες φιλοσοφικές κοινωνικοπολιτικές τοποθετήσεις.

Αυτοβιολογία:

Στην πανίδα, και ιδιαίτερα στα θηλαστικά, υπάρχουν χαρακτηριστικοί τρόποι να οριοθετούνται οι κεκτημένες, με βάση την φέρουσα ισχύ, περιοχές. Έτσι, πχ. οι σκύλοι ουρούν στις γωνίες, και οι λεοπαρδάλεις στα δέντρα, ώστε να δηλώσουν το αφιλόξενο της περιοχής σε πιθανό εισβολέα. Εισβολέας στο ζωϊκό βασίλειο είναι οποιοσδήποτε διεκδικεί δικαίωμα στα αντικείμενα ορέξεως των βασικών ενστίκτων (τροφή, αναπαραγωγή). Τόσο το δικαίωμα στην τροφή, όσο και στην αναπαραγωγή (αναζήτηση και δελεασμός συντρόφου) αποτελούν τα κύρια αίτια της αποκτήσεως ισχύος σε όλη την πανίδα, και φυσικά στη ζωώδη φύση του ανθρώπου.

Ας μη μας ξεγελά η αντίληψη πως ο ανταγωνισμός αποτελεί την πηγή της νόησης και των επιστημών, καθ’ ώς θέλουν διάφοροι «ειδήμονες» πολιτικών και οικονομικών επιστημών να μας παρουσιάσουν. Η ανώτερη νόηση, τουλάχιστον με τη σύγχρονη μορφή της, οφείλεται στον συναγωνισμό και στην άμιλλα, όταν και η ισχύς της ομάδας καθίσταται σκοπός των ατόμων, κι όχι η αντίστοιχη ισχύς των ιδίων αυτοσκοπός (ιδιοτέλεια). Ο ανταγωνισμός (φυσική επιλογή) είναι το προηγούμενο στάδιο ανάπτυξης του οργανισμού, όταν εκείνος προσπαθεί να βελτιώσει τη φυσική του κατάσταση, περνώντας σταδιακά από αμοιβάδα σε θηλαστικό. Όταν αρχίσει αυτή η διαδικασία να ολοκληρώνεται και σχηματιστεί το σύνολο του αυτόνομου οργανισμού, περνάμε στο επόμενο στάδιο, την κοινωνικοποίηση, που αποτελεί μεταβατικό στάδιο για το μεθεπόμενο, την πολιτικοποίηση (φυσικά άσχετο σαν όρος με τη σημερινή του έκπτωση). Στο στάδιο της κοινωνικοποίησης, μετέχω σε μία αγέλη ώστε να υπηρετήσω τις επιταγές της επιβίωσή μου (ένστικτο) με περισσότερες αξιώσεις (συναντάται με μεγάλη συχνότητα εμφάνισης στο ζωϊκό βασίλειο, κι ως εκ τούτου δεν αποτελεί προνόμιο του ανθρώπου). Στο στάδιο της πολιτικοποίησης, μετέχω μιας ολοκληρωμένης κοινωνικής ομάδας, με σκοπό την εξέλιξή της ως ενιαία οντότητα. Πρόκειται φυσικά για ακόμη μία παρερμηνεία της Αριστοτέλειας θεώρησης: «άνθρωπος όν πολιτικόν», που ουδεμία σχέση εμφανίζει με την πολιτική ως επιστήμη ή ως επάγγελμα, αλλά αντίθετα αφορά μία μετακοινωνική στάση ζωής.

Αυτοπροσδιορισμός:

Έπειτα από την μικρή παραπάνω εισαγωγή, που είχε ως στόχο την κατάδειξη της οριοθέτησης της περιοχής της «μεσαίας τάξης» μέσω των δικών της «ανθρωποκοινωνικών ούρων», και φυσικά προσπάθεια επέκτασης της αυτής περιοχής προς κάθε δυνατή κατεύθυνση προσβλέποντας σε αύξηση ισχύος έναντι των «ανταγωνιστών», μπορούμε να περάσουμε στο κυρίως νόημα του παρόντος κειμένου. Εκείνοι που πραγματικά εκμεταλλεύονται την κατώτερη τάξη είμαστε εμείς: η μεσαία τάξη. Είτε ως δημόσιοι υπάλληλοι, που βολεμένοι σε ένα σύστημα μηνιαίας φοροείσπραξης έχουμε δημιουργήσει και συντηρούμε ένα κοινωνικό πλαίσιο εσωτερικής ισχύος (κοινωνικής εντροπίας) μέσω της σύγχρονης πολιτικής έκφρασης, είτε ως ελεύθεροι επαγγελματίες που εκμεταλλευόμαστε την αμέσως κατώτερη από εμάς τάξη, φαινόμενο χαρακτηριστικό της ιδιοτέλειας κάθε οργανισμού.

Κι όντως, με μία ματιά στην κοινωνία που μας περιβάλλει, είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι τα πάντα σχεδιάζονται με σκοπό την συντήρηση της μεσαίας τάξης, κυρίως γιατί βολεύεται τόσο η άρχουσα τάξη, όσο και η μεσαία, αφήνοντας στο περιθώριο την κατώτερη, ώστε να δημιουργείται και ταυτόχρονα να καλύπτεται μερικώς ή συνολικά η ψευδαίσθηση της ισχύος. Όλες οι τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών σταθμίζονται με βάση το μέσο εισόδημα (μισθός). Οι υποδομές αναπτύσσονται με βάση την ποσότητα των μεσοταξικών πληθυσμών μιας κοινωνίας. Η μόρφωση σχετίζεται με τα ήθη και τις ανάγκες της εκάστοτε μεσοταξικής κοινωνίας. Οι μαφίες αναπτύσσονται κυρίως ως μεταβατικό στάδιο από τη μεσαία προς τις ανώτερες τάξεις (πχ. εμπόριο ναρκωτικών, σωματεμπορία κλπ.), και στη συνέχεια παγιώνονται σε εκείνες. Το πραγματικό χρήμα διακινείται στις μεσαίες τάξεις, καθώς στις ανώτερες κυριαρχεί η χρηματοπίστωση. Άλλωστε, η ψευδαίσθηση της ισχύος είναι εκείνη που ωθεί κυρίως τη μεσαία τάξη στη χρηματοπίστωση, καθώς τα πρότυπα των ισχυρών μελών είτε υπερπροβάλλουν την ύλη και την φαινόμενη ισχύ της κατανάλωσης, είτε διαφημίζουν τη χρηματοπίστωση ως το εισιτήριο για την ανώτερη τάξη. Κι αν κανείς θέσει το εύλογο ερώτημα: «μα φυσικό δεν είναι τα πάντα να οριοθετούνται με βάση το μέσο;», προφανώς δεν έχει κατανοήσει ούτε κατά σημείο στίξεως το παρόν κείμενο. Διότι, αν πάρουμε το παράδειγμα της μεσότητας στον οικονομικό τομέα, τότε όλοι θα έπρεπε να μοιραζόμαστε εξίσου όλα τα αγαθά. Αυτό που συμβαίνει σήμερα, είναι ότι ορίζουμε αξιακά και δογματικά ποιο είναι το μέσο, χρησιμοποιώντας για τον προσδιορισμό του μέσου συγκεκριμένα μαθηματικά για επιλεγμένους τομείς της ζωής, και χρεώνουμε τις ζωές των ανθρώπων με «μέσες» υποχρεώσεις, χωρίς να τους παραχωρούμε τα αντίστοιχα «μέσα» δικαιώματα.

Αυτοαφορισμός:

Τα κύρια άρθρα του συντάγματος μας υποχρεώνουν -ως πολιτικά όντα- στη διαφύλαξη του δικαιώματος στη ζωή. Κι εγώ ρωτώ ως απλός αδαής άνθωπος: «με τι σχετίζεται άμεσα το δικαίωμά στη ζωή;». Προφανώς, σε ζωϊκό επίπεδο, με τροφή και υγεία (στην πραγματικότητα περιλαμβάνει πολύ περισσότερα). Από τη στιγμή που η τροφή και η υγεία μου αποτελούν -πλέον και αποκλειστικά- εμπορικά προϊόντα και επαγγελματικές υπηρεσίες (αγορά), είναι τουλάχιστον ειρωνικό (ώς και παράλογο) να υπάρχει αυτό το άρθρο στο σύνταγμα, χωρίς να μου παρέχεται το ελάχιστο δυνατό εισόδημα, ώστε να ικανοποιούνται οι παραπάνω ανάγκες. Κι όμως, εμείς η μεσαία τάξη, είμαστε η μόνη τάξη με έντιμη συνείδηση εθνική, ώστε να αντικρίζουμε έναν μισοπεθαμένο στο πεζοδρόμιο και να του φωνάζουμε «σήκω Λάζαρε, μάζεψε τα σάπια σου κρέατα από το πεζοδρόμιο και πάτησε γερά στα καλαμοπόδαρά σου να διεκδικήσεις το δικαίωμα στη ζωή», όταν στην πραγματικότητα το δικαίωμά του αποτελεί ήδη δική μας υποχρέωση, εξαιτίας της σύμβασης που δημιουργήσαμε για να εξυπηρετεί πρωτίστως εμάς. Πώς; Σε μία προσπάθεια να μην χάσουμε το – με κληρονομικό τρόπο- κεκτημένο δικαίωμα στην ισχύ.

Αυθεπίλογος:

Σύμφωνα με τον εμπνευστή λοιπόν του σοσιαλισμού Καρλ Μαρξ, το δίκαιο αποτελεί μέτρο εφαρμογής της ισχύος, από τους δυνατούς προς τους αδύναμους. Βέβαια, ό,τι δηλώσει ο καθείς είναι, οπότε και μπορούμε να αναλύουμε φιλολογικά επ’ άπειρον την φέρουσα ταξινόμηση της κοινωνίας και ποιος είναι αδικημένος ή αντίστοιχα ευνοημένος. Πριν αγγίξω τα όρια της αοριστολογίας και του αφηριδεασμού, παραμένει άποψή μου, ότι ακόμα και αυτοί οι φιλόσοφοι, για άλλο πράγμα μιλούσαν και φυσικά άλλο καταλάβαμε. Αυτή είναι άλλωστε και η μοίρα των φιλοσόφων: να δημιουργούν δυσνόητες και πολύπλοκες για εμάς (τη μεσαία τάξη= μέτρια, σε αντίληψη προσθέτω προσωπικά και σύμφωνα με τον ορισμό Νο2) παρατηρήσεις, τα γνωστά από την αρχαιότητα «καινά δαιμόνια».

Σε μία προσπάθεια παραγωγής αποφατικού επιλόγου, θα καταλήξω λοιπόν στο μη επιθυμητό, φαινομενικώς εξωγήινο και άκρως αντικοινωνικό συμπέρασμα: εμείς η μεσαία τάξη είμαστε η χειρότερη των τάξεων, διότι αποτελούμε έναν ομοιογενή χυλό από πεπερασμένες ιδιοτέλειες που κρύβονται πίσω από ιδεολογικές μάσκες, περίτεχνα χρωματισμένες με «νομοθετικά πινέλα» και «λογικές παλέτες» αδιαμφισβήτητης επιστημονικής «αντικειμενικότητας», την ίδια ώρα που η επιστήμη αδυνατεί να ορίσει το αντικειμενικό… Κι όσο κάποιος θα μας απλώνει το χέρι για να διεκδικήσει ένα ξερό κουλούρι, εμείς θα ανταπαντάμε με τόνους συγγραμμάτων, θεωριών της οικονομικής επιστήμης και πολιτικο-κοινωνικών προσεγγίσεων, προσπαθώντας στην πραγματικότητα να αποφύγουμε το μοίρασμα της ιδιο-κτησίας μας με εκείνους που κληρονόμησαν ιδιο-ακτησία, προβάλλοντας πάντα ως υπαίτιους εκείνους -εξ’ ημών- οι οποίοι τυγχάνει να αναπτύσσουν αυξημένη ισχύ μέσω της σύννομης (χρυσι-) χρησι-κτησίας. Μα πάνω από όλα θα αποφεύγουμε να κοιτάξουμε τον απέναντι στα μάτια, τοποθετώντας ταχύτατα και πρόχειρα ένα γιγαντιαίο αναλόγιο με τόνους βιβλιογραφίας ακριβώς στη θέση που συναντώνται τα βλέμματα.

Εμείς,η μεσαία τάξη…

Η γενετική του ανθρώπου που -κατά κοινωνίαν- δεν έπρεπε να γεννηθεί…

2 Σχόλια

Στην πυρά

«Νεαρός τοξικομανής λεωφορειοπειρατής στη Σίνδο σκότωσε τον οδηγό»

«Ηλικιωμένος στην Αυστρία βίαζε την έγκλειστη κόρη του και βιαιοπραγούσε πάνω της»

«Νεαρός φοιτητής Ασιατικής καταγωγής εισέβαλε οπλισμένος με πυροβόλο όπλο σε φοιτητικές εστίες Πανεπιστημίου της Αμερικής και άφησε πίσω του 100 νεκρούς»

ΠΡΕΖΑΚΙ ο πρώτος, ΤΕΡΑΣ ο δεύτερος, ΤΡΕΛΟΣ ο τρίτος… και η ζωή συνεχίζεται. Ο ένοχος βρέθηκε. Η ποινή έχει προκαθοριστεί από την ίδια την κοινωνία. «Σταύρωσε εαυτόν!»

Τα μέσα ενημέρωσης προβάλλουν τον άνθρωπο με την επίσημη ταυτότητά του: «τοξικομανής».

-Τί κάνεις παιδί μου στη ζωή σου;

– Είμαι τοξικομανής. Άνθρωπος -για τους άλλους- ήμουν μέχρι πριν πάρω την πρώτη μου δόση. Δεν θυμάμαι καν πώς είναι να είσαι άνθρωπος. Από τα 12 «χτυπάω». Τα υπόλοιπα παιδιά μαθαίνουν γράμματα κι εγώ γραμμάρια… Από τότε ακόμα ο άνθρωπος έχει φύγει και τη θέση του πήρε ο «Πρεζάκιας».

Βιολογία του καφενείου – Ανθρωπολογία – Βασικοί ορισμοί

Πρεζάκιας είναι μία κατηγορία ανθρωπόμορφων θηλαστικών (homo prezous erectus) που παρουσιάζουν επιθετική συμπεριφορά και θρέφονται με τεχνητή σκόνη και χάπια από ειδικές φυτείες κυρίως της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας. Η ζωή του περιορίζεται στην αναζήτηση τροφής και έχει παρατηρηθεί ότι τον έλκουν ιδιαίτερα τα κτίρια που διαθέτουν έναν πράσινο σταυρό σε επιγραφή. Επιστημονικές έρευνες σπέυδουν να αποδείξουν πως η τροφή τους προκαλεί μετάλλαξη σε μία συστάδα του DNA που προκαλεί την γνωστή μετάλλαξη από Homo Sapiens Sapiens σε Homo Prezous Erectus.

Βιαστής και σαδιστής είναι μία έτερη κατηγορία σύγχρονων ανθρωπιδών Homo Aselgous Sadisticus, η οποία παρασιτεί σε βάρος των Homo sapiens sapiens, εκμεταλλευόμενη τα επικοινωνιακά κενά των σύγχρονων κοινωνιών. Σκοπός του είναι να διεισδύσει απαρατήρητος σε ένα κοινωνικό σύνολο για να ηδονιστεί κάνοντας χρήση βίας (σεξουαλικής κυρίως) τόσο σε ανυπεράσπιστα θύματα Homo sapiens sapiens όσο και στους ίδιους του τους απογόνους. Συνήθως δε, καμουφλάρεται -με ιδιαίτερη επιτυχία- και μεταμφιέζεται σε πρότυπο Homo s. s., οπότε και λειτουργεί ανενόχλητος μέσα στο ανυποψίαστο κοπάδι των υπόλοιπων άκακων και ανυστερόβουλων Homo s. s.

Τρελός, ψυχάκιας, βαρεμένος, ανώμαλος, φρικιό είναι κάποιες επιστημονικές ορολογίες που αποδίδονται στον ανθρωπίδα Homo Psychanomalus Schizophrenius. Είναι απόγονος επίσης του homo erectus με εμφανή σημάδια νοητικής υστέρησης, παρά τις φιλότιμες οικολογικές προσπάθειες του Homo s. s. να τον εκπαιδεύσει και να τον αφομοιώσει στο κοινωνικό σύνολο, ώστε να επιβιώσει ως είδος. Εκ φύσεως καλλιτεχνικών ικανοτήτων, έχει την τάση να υπερφαλλαγίζει τους κανόνες του Homo s. s.

Αυτές ήταν οι κοινωνικές ταυτότητες των τριών -στην περίπτωσή μας- δραστών. Δεν πρόκειται βιολογικώς για ανθρώπους, σύμφωνα με την «κοινή γνώμη», παρά μόνο για ανθρωπίδες απογόνους πιθηκόμορφων θηλαστικών. Ας πάμε όμως και στις θεωρητικές αναλύσεις που παρουσιάζουν κάποιο αυξημένο ενδιαφέρον…

Ψυχολογία (κοινωνική και ατομική) – Επιστημονικές θέσεις

«Ως το κατ’ εξοχήν πρόβλημα επισημαίνεται από πολλούς η διάδοση των ναρκωτικών. Ως κύριες αιτίες της χρήσης ναρκωτικών ουσιών από τους εφήβους αναφέρονται συχνά: η κρίση του θεσμού της οικογένειας, ο καταναλωτισμός και η ευδαιμονιστική αντίληψη της ζωής, το άγχος και η αβεβαιότητα για το μέλλον. Επίσης, αναφέρεται η ελλιπής φροντίδα από την πλευρά της Πολιτείας και η μη εφαρμογή αυστηρών μέτρων δίωξης των εμπόρων ναρκωτικών ουσιών. Μιμητισμός, κρίση θεσμών και αξιών, ανεργία, Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε). Κακή και προκλητική προβολή του προβλήματος θεωρούνται ως βασικές αιτίες της χρήσης και διάδοσης των ναρκωτικών ουσιών μεταξύ των εφήβων.«

Από τη Βουλή των Εφήβων ( Σύνοδος Β’ – Επιτροπή κοινωνικών υποθέσεων)

Ο Ηλ. Μιχαλαρέας (Ψυχοθεραπευτής στο «18 Άνω») αναφέρει: «Η χρήση και η εξάρτηση από τα ναρκωτικά είναι αποτέλεσμα των κάθε είδους κοινωνικών αντιθέσεων και της συνακόλουθης καταπίεσης μεγάλων στρωμάτων πληθυσμού. Προβάλλονται ως «λύση» και «διέξοδος», όμως οδηγούν στην αλλοτρίωση. (…) Οι χρήστες έχουν τριπλασιαστεί σε σχέση με μια δεκαετία πριν. Επίσης, έχουν κατεβεί οι μέσοι ηλικιακοί όροι. Σήμερα μιλάμε για παιδιά 13 και 14 χρόνων, που παίρνουν ναρκωτικά. Στην εφηβεία πια, είναι χρήστες.(…) Η τοξικομανία, ως τρόπος ζωής, χαρακτηρίζεται από την απώλεια νοημάτων, ενδιαφερόντων, ασχολιών, ανθρωπίνων σχέσεων, επικοινωνίας. Ο τοξικομανής είναι ένας μονοσήμαντος άνθρωπος. Έβαλε στο επίκεντρο της ζωής του την ουσία, θυσιάζοντας στο βωμό της όλες τις ανθρώπινες πλευρές του. Έχει μπει σε μια διαδικασία απώλειας της καθαρά ανθρώπινης – δηλαδή της κοινωνικής του – φύσης. Σε μια διαδικασία «αποδόμησης» της προσωπικότητάς του.(…) Αιτία της τοξικομανίας δεν είναι τα ναρκωτικά, αλλά η ανάγκη του ατόμου να τα χρησιμοποιήσει.(…) Ένα άτομο χρησιμοποιεί τα ναρκωτικά, για να ξεφύγει από την κοινωνική πραγματικότητα, που καραδοκεί να το συνθλίψει. Για να αντέξει το αδιέξοδο μιας παρακμιακής κοινωνίας. Η εξάρτηση από τα ναρκωτικά είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο κρίσης, που παράγεται από τη βασική αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας. Από αυτήν την άποψη, η εξάρτηση – με τα σημερινά χαρακτηριστικά – είναι αποτέλεσμα του ίδιου του καπιταλισμού και, κατά συνέπεια, φαινόμενο των δύο τελευταίων αιώνων, περίπου. (…) Η «έλξη του απαγορευμένου», η περιέργεια, η μίμηση μπορεί να είναι σημαντικοί παράγοντες για να δοκιμάσει ένας νέος ναρκωτικά, αλλά δεν είναι επαρκείς για να οδηγήσουν στην εξάρτηση. Στρέφονται στα ναρκωτικά, για να ξεφύγουν από την αφόρητη κοινωνική κρίση.(…) Στη χρήση και την εξάρτηση, δεν έχει σημασία ποια ουσία χρησιμοποιεί κανείς. Σημασία έχει η διαμόρφωση μιας ψυχολογίας του «φτιαξίματος», μιας ψυχολογίας «εξάρτησης», μιας ψυχολογίας αναζήτησης της όποιας ουσίας.

Για το θέμα της παιδικής κακοποίησης και βιασμών ο Δρ. Δοβελος Ιωαννης – Καθηγητης Ψυχολογιας & Ψυχοθεραπειας, αναφέρει: «η παιδική κακοποίηση δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο, μια συνεχόμενη και αδιάσπαστη αλυσίδα σωματικής και ψυχολογικής βίας. Είναι χαρακτηριστικό φαινόμενο ότι άτομα τα οποία κακοποιήθηκαν κατά την παιδική τους ηλικία, έχουν συχνά τη τάση να κακοποιούν τα δικά τους παιδιά με τον ίδιο ή και χειρότερο ακόμη τρόπο από αυτόν που κακοποιήθηκαν οι ίδιοι σαν παιδιά. Έχει επίσης διαπιστωθεί ότι η παιδική ηλικία πολλών βίαιων κακοποιών ακόμη και δολοφόνων χαρακτηρίζεται από βίαιη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση. Και είναι ακόμη γνωστό ότι αυτοί που έχουν τη τάση να βιάζουν ή να κακοποιούν παιδιά σεξουαλικά, έχουν στις περισσότερες περιπτώσεις και οι ίδιοι υποστεί παρόμοια σεξουαλική κακοποίηση στην παιδική τους ηλικία.«

Εγώ… ο σύγχρονος Αυστραλοπίθηκοστρουθοκάμηλος

Είναι -φαίνεται- πολύ βολικός ο εξορκισμός ενός προβλήματος στο «πυρ το εξώτερον». Έχτισε ο καθένας μας μια εικονική κολυμβήθρα του Σιλωάμ μέσα στο μυαλό του, βουτά μέσα τη συνείδησή του και δίνει στον εγωϊσμό του άφεση αμαρτιών. Σταυρώνει και καίει τους συνανθρώπους του, για να θυμηθεί πώς δούλευε ο εξορκισμός του κακού κατά τον Μεσαίωνα, προσωποποιώντας το Κακό. Στη συνέχεια δίνει διαλέξεις σε Πανεπιστήμια και καφενεία για την εφαρμογή των σχετικιστικών εννοιών σωστού-λάθους και καλού-κακού φωνασκίωντας μετά πάθους υπέρ της κβαντομηχανικής και της συλλογικής τυχαιότητας. Και αφήνει εμένα να αναρωτιέμαι:

-Σκέψου να έπρεπε να αναλάβω τις ευθύνες μου απέναντι στην κοινωνία, γιατί ΕΓΩ είμαι η κοινωνία.

-…να έπρεπε να φροντίσω για το παιδί του γείτονα, ώστε να προστατέψω βραχυπρόθεσμα το δικό μου από τα ναρκωτικά που το πρώτο θα του δώσει και την κακοποίηση που αντίστοιχα θα υποστεί από εκείνο…

-…να έπρεπε να φροντίσω τον ηλικιωμένο, ώστε να ελπίζω σε αντίστοιχη βοήθεια όταν φτάσω στη δική τους ηλικία.

-…

– …να πρέπει σε γενικές γραμμές να φροντίσω τον άλλο, ώστε να προσφέρω τις καλύτερες υπηρεσίες στον ίδιο μου τον εαυτό.

Σήμερα, στην εμβρυακή Ανθρωπότητα του αύριο που τρέφεται και αναπτύσσεται στα σπλάχνα της μητέρας Φύσης,  γαντζωμένος καρτερικά από τον ομφάλιο λώρο της, η ατομικότητα και ο αλτρουισμός είναι ταυτόσημες έννοιες. Η εξατομίκευση και η συλλογικότητα αδέρφια που παλεύουν να επιβιώσουν στον Άνθρωπο. Η ελευθερία του είναι εκείνη του Ανθρώπου κι όχι του ανθρώπου. Ενός ανθρωπου που επιμένει να αποδεικνύει ότι επιθυμεί να προσεγγίσει σε νόηση τον «συγγενή» του Αυστραλοπίθηκο και να εφαρμόσει μιμητικά την αμυντική τακτική ενός μεγάλου πτηνού της ευρύτερης Ωκεανίας: «Βάζει το κεφάλι στο έδαφος και καταλαβαίνει ότι διατρέχει ζωτικό κίνδυνο μόνο όταν ο θηρευτής του το δαγκώσει στο εκτεθημένο ισχύο…».

Μπρος στα κάλλη…ποια σκυτάλη;

6 Σχόλια

Olympic Games

Ως σύγχρονος φουστανελοφορεμένος ελληναράς και ένδοξος φορέας-τιμητής του αρχαίου ελληνικού DNA, αποφάσισα να διεκπεραιώσω μία σύντομη ενδοσκοπική ανάλυση, σχετικά με την συνεισφορά μου στη σκυταλοδρομία του παγκόσμιου πολιτισμικού στίβου, φορώντας πάντοτε τη φανέλα της αγαπημένης μου εθνικής. Έχω παραλάβει πλέον τη σκυτάλη από τον 60άρη πατέρα μου και αισθάνομαι τα πνευμόνια μου να φουσκώνουν από υπερηφάνεια που επιτέλους κρατώ στα χέρια μου αυτήν την πολύτιμη σκυτάλη. Την ίδια που κράτησε ο Όμηρος, ο Σωκράτης, ο Αριστοτέλης, ο Λεωνίδας, ο Ξενοφώντας… την ίδια που σήκωσε από το έδαφος ο Κολοκοτρώνης, ο Διάκος, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Παύλος Μελάς, ο Καζαντζάκης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης… Γυρίζω πίσω μου και τους κοιτώ, ο ένας πίσω από τον άλλο… ο δικός τους αγώνας τελείωσε. Μου γνέφουν με τα χέρια, με το σώμα ολόκληρο, με το βλέμμα τους. Ακούω τις ιαχές, επιτακτικές πάντα. Μου υπενθυμίζουν ότι δεν είναι ένας απλός αγώνας, είναι επιβίωση. Η επιβίωση του πνεύματος και των αξιών, της ηθικής και της γνώσης, της επιστήμης και της αρετής.

Κατεβάζω το βλέμμα μου στη σκυτάλη…Έντονα πάνω της τα δακτυλικά αποτυπώματα των προκατόχων της. Γλυστρά από τον ιδρώτα τους και την κρατώ με δυσκολία. Μέσα της καθρεφτίζονται τα μάτια μου. Μέσα στα μάτια μου, η αυτοκριτική…:

Loch Nes

– Κατάφερα να αποδομήσω τον άριστο αρχαίο Ελληνικό λόγο και να επικεντρώνω τις μελέτες μου στην ύπαρξη ρωσικών ούφο και τεράτων του Λοχ Νες, μέσω των τελευταίων υπερασπιστών της φυλής των Ελ στη σύγχρονη κοινωνία.

Igloo

– Κατάφερα να επικεντρώσω όλη την φιλο-ιστορική μου ορμή στην αναζήτηση της σεξουαλικής ταυτότητας του Μεγάλου Αλεξάνδρου (τελικά είναι γκέι;) και στο αν ο αρχαίος Έλλην έφτασε πρώτος στο βόρειο πόλο κατασκευάζοντας το πρώτο ιγκλού (σίγουρα έχει ελληνική ρίζα, θα το μελετήσω κι αυτό).

Houses for the poor

– Κατάφερα τον υπέρτατο θεσμό της φιλοξενίας να τον μετατρέψω σε αφιλοϊθαγενεία, χρησιμοποιώντας παραλλαγμένη τη γνωστή ρήση «πας μη εγώ βάρβαρος» (ή και βαρβάρα … ).

Chair bend legs

– Κατάφερα να μετατρέψω το ακούραστο και ακόρεστο πνεύμα της έρευνας και αναζήτησης σε σαμπρέλες λίπους που έχουν λυγίσει τα ατσάλινα πόδια της αναπαυτικής καρέκλας του γραφείου μου.

Drugs in sport

– Κατάφερα να ισοπεδώσω την αρετή της διατηρήσεως του γυμνασμένου και αθλητικού μου σώματος, σε ένα πνεύμα αγενούς ανταγωνισμού και διαγωνισμού φαρμακοληψίας, ώστε να κερδίσω τους μισούς ελαιώνες της Ευρώπης αντί του φύλλου ελιάς.

Μάχη των Θρμοπυλών

– Κατάφερα να αποτελώ το σύγχρονο Λεωνίδα, που είμαι έτοιμος να θυσιάσω τριακόσιες ψυχές για την πατρίδα (εκτός από τη δική μου).

Ο θανατος του Σωκράτη

– Κατάφερα να μοιάζω σε σύγχρονο Σωκράτη, που είναι έτοιμος να σηκώσει και να πιει το πικρό ποτήρι, σε μία προσπάθεια να προσδώσει φιλοσοφικές προεκτάσεις στο κοινωνικό έργο του. Το δικό μου ποτήρι προφανώς περιέχει σαμπάνια σε δείπνο με γνωστούς μάνατζερς και πατέρατζερς.

Ν�μεση

-Κατάφερα να ανακαλύψω εκ νέου, όλα εκείνα για τα οποία κάποιοι σπατάλησαν μία ολόκληρη ζωή σε έρευνα, αίμα και ιδρώτα για να κατανοήσουν, όπως το «εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Με την ασήμαντη διαφορά ότι εγώ «δεν οίδα ότι ουδέν οίδα» (τί κάνει ένα «δ» στην αρχή της προτάσεως…).

Αγρότης

Είμαι λοιπόν υπερήφανος που ο πατέρας μου ανέθεσε σε εμένα να μεταφέρω 100 κιλά σπόρους σιταριού, από το σπίτι του στο σπίτι των παιδιών μου για να σπείρουν το χωράφι και να έχουν φαγητό για τον επόμενο χρόνο κι εγώ σκόρπισα τα 99,99 εξ’ αυτών. Επιστρέφω γεμάτος υπερηφάνεια στα παιδιά μου, τους δείχνω το τελευταίο σπυρί που κατάφερα να συγκρατήσω και τους λέω «μην ανησυχείτε, αυτό είναι ελληνικό σπυρί, δε θα μας αφήσει να πεινάσουμε». Όσο σκέφτομαι μάλιστα ότι τα υπόλοιπα 99,99 κιλά τα τρώνε οι κότες και χορταίνουν…

Older Entries