Τρία γράμματα η ιστορία…

5 Σχόλια

Η φωτό είναι δανεισμένη από την ιστοσελίδα http://www.tear.gr

(…)

Γύρισε ο νέος στο σπίτι, μα ευθύς μόλις άφησε τη σάκα με τα βιβλία στο τραπέζι, έτρεξε να συναντήσει τον κυρ- Αντώνη. Του είχε μεγάλη αδυναμία, από τότε που ήταν παιδί ακόμη. Τον θυμάται κοκκαλιάρη, ηλιοκαμμένο, μα πάντα με ένα φαρδύ χαμόγελο στα χείλη, λες και πάλευαν τα δόντια να ξεφύγουν από τα ούλα και να βγουν στον αέρα, να ροκανίσουν λίγο ήλιο… Μεγάλη του αδυναμία η γης του κυρ- Αντώνη. Την πάλευε, την γύριζε ανάσκελα, της έχωνε στα σπλάχνα το σπόρο και την έφερνε ξανά στα σύγκαλά της. Μόλις το χώμα ξεκουράζονταν από την πάλη με τον γεωργό, έπινε λαίμαργα το νερό που κέρδισε με μόχθο και πόνο. Ευθύς αμέσως, δυνάμωνε και φούντωναν οι φλέβες του, σαν το χέρι του παλαιστή, έβγαζε ρίζες και μοσχοβολούσε, ως και σε τρόμαζε καμία φορά αυτή η δύναμη της ζωής.

§

Μεγάλη αδυναμία του είχε ο Νικόλας του κυρ-Αντώνη. Όταν ήταν μικρός, το μυαλό του δούλευε με χίλιες στροφές για να προλάβει να αλέσει τις εικόνες, τους ήχους, τις μυρουδιές, τις γεύσεις, μα πάνω από όλα την αφή, και να τα κάνει τροφή του λογικού. Όταν λοιπόν, ρωτούσε τον πατέρα του για μικροπράγματα που κάθε παιδί θέλει να μάθει, εκείνος -πολλά παιδεμένος στη ζωή- του αποκρίνονταν:

– «Θα τα μάθεις στο σκολειό. Τράβα να κυνηγήσεις τους φίλους, να σε κυνηγήσουν, να φας λίγο χώμα, να ταΐσεις… Έτσι γίνεσαι άντρας! Τα γράμματα θέλουν καθισιό. Κατάρα το καθισιό! Τράβα να κοιμηθώ μια στάλα!»

Έτρεχε ο μικρός να παίξει με τα άλλα τα παιδιά. Στα τρία πρώτα βήματα ματώνανε τα γόνατα. Στα επόμενα πέντε κοκκινίζανε και τα χέρια. Στο τέλος δε μένανε όρθιοι μήτε μύτες, μηδέ πισινοί… Έβλεπε ο κυρ -Αντώνης το χαμό κι έτρεχε να μαζέψει το νέο από τη μάνητα των λυκόπουλων!

– » Έλα δω, πάλι μπλέκεσαι με δαύτους! Τί τα θες παιδί μου; Εσύ έχεις ξυράφια στο μυαλό και πούπουλα στο σώμα. Το κορμί σου μαδημένο, μα ο νους σου κόφτει σαν το διαμάντι!«

Έπαιρνε το οινόπνευμα και το βαμβάκι και περιποιούνταν την πληγή. Έσκουζε ο νέος και τραβιόταν, μα ο αγρότης του έδινε κουράγιο.

– «Σαν τί θωρείς πως είν’ ο πόνος, Νικόλα; Βδέλλα είναι που πιάνεται από τη σάρκα και  τρέφεται με ψυχή, το αίμα της σάρκας που βγαίνει απ’ το σκώτι της ζωής. Μα  να θυμάσαι καλά , ο πόνος είναι στο μυαλό, παιδί μου κι έχεις νιονιό ξουράφι. Τον κόφτεις και τον κομματιάζεις,  σαν  μόνο το θελήσεις! Σφίξε τα δόντια, δούλεψε τα ξουράφια, ξαναβάζω!«

§

Από τότε θυμάται ο Νικόλας τον κυρ-Αντώνη. Από τότε τον έχει σαν πατέρα, πνεματικό, σαν τους ασκητές, που αγάπη γυναίκας δεν έζησαν, μα αγάπησαν και για τη γυναίκα μαζί.

Έφτασε ο νιός στο σπίτι του κυρ-Αντώνη:

– «Εεεε! κυρ-Αντώνη… είσαι μέσα; Άνοιξε να σε δω μια στάλα. Έφερα και γλυκό κεράσι από τη μάνα μου, εκείνο που σου αρέσει!«

Ο κυρ-Αντώνης άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε με το τεράστιο χαμόγελο στο κατώφλι:

– «Καλώς το αρχοντόπουλο με το καλό πεσκέσι! Έλα Νικόλα, κάτσε, πιες… Και πες μου τί σού ‘μαθαν σήμερα στο σχολείο;«

Έβρισκε ευκαιρία ο γεωργός και μάθαινε από τον νέο. Γίνονταν εκείνος μαθητής κι ο νέος έλαμπε σαν το κερί της Ανάστασης, σαν έβλεπε στα μάτια του γέρου το θαυμασμό. Τού ‘λεγε ο έφηβος για γράμματα, για μακρινές πολιτείες… Τού ‘λεγε για γη και ουρανό, για μόρια και πλανήτες. Σύμβολα τού ‘δειχνε της αριθμητικής και παγκόσμια ιστορία. Άκουγε ο γέρος για χλώρια, πίνακες, ωκεανούς, Ναπολέοντες και ηλεκτρόνια κι έπαιρνε μπρος η κούτρα του. Μα σαν έκανε ν’ αρπάξει ο κινητήρας, σα βραχυκύκλωμα τον έπιανε κάτι, και τον έλουζε κρύος ιδρώτας.

– «Κάτσε παιδί μου, ήρεμα. Περίσσεια μεγάλο το κεφάλι μου, μα γέμισε φτυαριές και τσαπίσματα, μπολιάσματα και σπορά. Πού ‘νά βρω χώρο εγώ για δαύτα; Αγάλι – αγάλι! να φεύγει μια φτυαριά, να μπαίνει ένα λεκτρόνιο, να φεύγει ένα τσάπισμα, να μπαίνει ο Ναπολέως. Άλλως, βλέπω την κούτρα μου… πώς τό ‘πες εκείνο το ωραίο;… Βατερλώ; Αυτό!«

Γέλασε ο Νικόλας με το αστείο του κυρ-Αντώνη:

– «Κυρ- Αντώνη, ξέρεις πως τα γράμματα πολύ τα αγαπώ, μα πάνω από όλα τη σοφία σου. Σαν ανοίγεις το στόμα σου να μιλήσεις, παραμερίζουν Φυσικές, Χημείες, Ιστορίες και Μαθηματικά, όπως οι  λαμπροί, μορφωμένοι ιππότες, σαν περνά από μπροστά τους ο γερο-Βασιλιάς! Σειρά σου τώρα να μου πείς, το λόγο εσύ να πάρεις.«

Έχω μια σφήκα στο μυαλό μου «, συνέχισε, «που συνεχώς στριφογυρνά, πού και πού ρίχνει κι από καμιά τσιμπιά. Τη σφήκα μου τη λέν «ζωή». Τί είναι τούτο το μυστήριο, πούθε έρχεται, πού πάει; Γιατί σαν ρώτησα το δάσκαλο στο σχολειό, μου αποκρίθηκε πως τα γράμματα περιγράφουν τη ζωή. Σαν το πινέλο που βουτά στου ουράνιου τόξου τα χρώματα. Και ζωγραφίζουν στο χαρτί του μυαλού… Κάθε ζωγράφος και διαφορετική ζωγραφιά, άλλα χρώματα… Πώς να ζωγραφίσω τη δική μου; Έφαγες τη ζωή με το κουτάλι…μουτζούρωσες, έβαψες, έσβησες, όλα τά ‘κανες. Απ’ τα λόγια σου κρέμομαι!«

Έξυσε το άτριχο της κορυφής ο κυρ- Αντώνης, φύσηξε, ξεφύσηξε, άπλωσε ένα χαμόγελο και αποκρίθηκε του νέου:

– «Πολλά ζητάς να βρείς κι είμαι κι εγώ  της ζωής φτωχός, όπως κάθε άνθρωπος πλούσιος μα και πεινασμένος, δυνατός μα και καλαμοπόδαρος. Μάθε λοιπόν ότι η ζωή είναι μια θάλασσα ευτυχίας. Κάθε κουφάρι ακουμπά και αρπάζει μία στάλα, ευθύς γίνεται άνθρωπος… μα τόσο μπορεί να χωρέσει, μία στάλα! Μια στάλα το λοιπόν άρπαξα κι εγώ και τη μοιράστηκα με τη γη, τον ουρανό, ανθρώπους και ζα. Γιατί, άκου καλά, μεθαύριο εσύ θα είσαι το απλό κουφάρι, και θα  διαλέξει να τη μοιραστεί μαζί σου το δεντρί, το στάρι, ο κάμπος, τα πουλιά, τα αγρίμια…«

§

– «Μια μέρα, καθώς περνούσα απ’ το χωριό, είδα έναν ξένο με το λαγούτο του, καθισμένο σε μία γωνιά στην πλατεία. Πάντα μου άρεσε το τραγούδι, μα η φωνή μου ήτανε μόνο για να διώχνει αγρίμια και κοράκια! Έτσι, την άφησα να τραβήξει μόνη της το δρόμο της και το ριζικό της. Πού και πού μερακλώνω και το ρίχνω στο χορό και το τραγούδι. Αλοίμονο σε εκείνον που θα σιμώσει!«

– «Ο ξένος το λοιπόν, είχε αηδονήσια φωνή, κι άρχισε να λέει ένα τραγούδι. Άνοιξαν τα στήθια μου και η ψυχή μου πέταγε και χόρευε με τους ήχους. Του ζήτησα να μου το γράψει, κι ας μην ξέρω να πολυδιαβάζω, σαν τύχει κανείς να το θελήσει, να το έχει με την ευκή μου. Νά παρ’ το! Αν θες, κι έχεις υπομονή στα αυτιά, θα σου το τραγουδήσω, μπας και σου αρέσει κι εσένα…«

Άνοιξε ο Νικόλας το χαρτί κι άρχισε να διαβάζει. Μεράκλωσε κι ο γέρος κι άρχισε να το σιγοταγουδά:

«Εγέννησεν η Άβυσσος ένα σακάτη κόκκο

και μες τ’ αθώα χείλη του εμφύσησε μια λέξη.

Τρία ρημάδια γράμματα… το γιο της μην παιδέψει!

Φτωχός ο έρμος στο μυαλό την σκέφθηκε σαν παύλα…


Μεγάλωνε και θρέφονταν του κόκκου η ευθεία

κι ο κόκκος μας μεγάλωνε, να! μοιάζει με πλανήτη!

Γίνηκε κόσμος ξάστερος. Η ευθεία νά ‘χει σπίτι.

Της μάνας ήτανε θύμηση, του Χάους ελεγεία.


Καθώς ο νους μεγάλωνε την σμίλευε με τέχνη,

μα σαν σφιχτά την έπλαθε γινότανε τελεία…!

Λευκό χαρτί ‘που έβλεπε, το πέζευε στ’ αστεία

Στο ρήμα δίπλα χώνουνταν του λόγου να μετέχει.


Μα το χαρτί επίπεδο, τα γράμματα μεγάλα

Και η κοιλιά της θέριευε, στην κόλλα δε χωρούσε

Ήθελε να’ μπει στο μυαλό, αυτό που την θωρούσε

Έδωκε σάλτο, το λοιπόν, χώθηκε στην κεφάλα!


Ήτανε πλέον έφηβη, μα λάτρευε παιχνίδι

Έρημο λόγο ‘πού ‘βρισκε, του έστηνε καρτέρι

του έβαζε τρικλοποδιά και τού ‘στριβε το χέρι

Αντί στο στόμα μυγδαλιά, ο λόγος, ροκανίδι!


Και ζούσανε αυτοί καλά: ο κόκκος κι η τελεία

Πότε ο κόκκος άνοιγε, γινότανε στεφάνι,

πότε η στίξη φούσκωνε τον κόκκο να ζεστάνει.

Κίνησαν τρία  γράμματα να φτιάξουν ιστορία…»

§

-«Τράβα τώρα στο σπίτι σου» του παρήγγειλε ο γέρος. «Η μάνα σου φτιάχνει φαγητό για τρείς, κι όχι για δύο! Τράβα να φας, να ακονίσεις τα ξουράφια της κεφαλής σου. Εδώ είμαι εγώ, σαν με πεθυμήσεις, δε χάνομαι!»

Ο Νικόλας πήρε το δρόμο για το σπίτι. Ο ήλιος έλαμπε πάνω από το κεφάλι του, αλλά και μέσα στην καρδιά του.

(…)

Advertisements

Ο Δρόμος

4 Σχόλια

… ο κυρ-Αντώνης κοίταξε τον νέο πονετικά. Δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς το σωστό, μα πιο δύσκολο να ξεχωρίσει το λάθος. Έστρεψε το βλέμμα κατά τον ορίζοντα, εκεί που σμίγει ουρανός, βουνό και θάλασσα και έβγαλε γλυκιά φωνή να πει το παραμύθι:

“Νικόλα, παιδί μου, η φύση γύρω μας ορίζει, μα όσο την βλέπουμε με μάτια και αυτιά, ευθύς θα μας περιορίζει. Επιστήμη πολλή δεν ξέρω, μήτε και φιλόσοφος είμαι, μα άκου πως βλέπω εγώ τον άνθρωπο και το δρόμο του Θεού και βγάλε κρίση…»

«Τους δρόμους τους φτιάχνουμε από υλικά της φύσης, όπως φτιάχνει ο Θεός το σώμα του ανθρώπου.»

«Άλλοι δρόμοι είναι χαλικόστρωτοι, με χοντρά και λεπτά χαλίκια, που σκορπίζουν σιγά σιγά με το πάτημα και τη βροχή. Γεμίζουν γούρνες και λασπόνερα. Το χαλίκι είναι παιδί του νερού και του αέρα, ανέμελο, ανεμοσκορπισμένο. Ακολουθάει το ρέμα μέχρι να το φέρει στα χέρια του ανθρώπου.»

«Άλλοι δρόμοι, πάλι, είναι από πλίνθους που όμορφα λάξευσε ο μάστορας. Οι στράτες αυτές είναι συμπαγείς και καθαρές κι αντέχουνε στη μάνητα της βροχής και του αέρα. Μα θέλουνε περίσσεια τέχνη και μόχθο, και το κούτελο να μη χωρίζει από τον ίδρωτα, ένα να γίνονται ο μόχθος και η σκόνη. Οι πλίνθοι είναι παιδιά του βουνού και της γης, στέρεα και δυνατά. Ορυκτά τα λεν και είναι στην καρδιά του όρους. Για να τα πάρει ο άνθρωπος, βάζει το χέρι βαθιά μέσα στο στήθος του βουνού, και κόβει κομμάτι-κομμάτι την καρδιά, όπως το όρνιο τα σπλάχνα του Προμηθέα.»

«Μα ο πιο αγαπημένος δρόμος, στα πόδια του ανθρώπου, είναι η άσφαλτος. Σμίγει τη γη με το νερό και το βουνό με τον αέρα, τα στοιχειά που παλεύουν αιώνια ποιο θα φάει το άλλο. Έφτιασε ο άνθρωπος την τέχνη κι η τέχνη το τσιμέντο από τα σπλάχνα της γης. Έσμιξε χαλίκι, νερό, τσιμέντο και τα άπλωσε ανακατωμένα, αγκαλιασμένα στη γης. Η άσφαλτος είναι το παιδί του Ανθρώπου.»

«Κάπως έτσι είναι και ο άνθρωπος. Έφτιασε ο Θεός το δρόμο του από νερό κι αέρα. Τον έπιανε με τα χέρια και τον έπλαθε, μα ρευστό το υλικό, ξέφευγε και πιτσιλούσε την Παράδεισο. Καθάριζε ο Θεός την Παράδεισο και σκέφτουνταν, πώς να φτιάξει το δρόμο Του. Τότε, πύκνωσε το χαλίκι και το έφτιασε γη, δυνατή και στέρεη. Μα σαν άνοιξε το στόμα να παινέψει το έργο του, αρχίνισαν να μαλώνουν η γη και το ρευστό, σα μικρά παιδιά που αποζητάνε την πρωτιά του στερνού γιου, του αγαπημένου. Είδε κι απόειδε ο Θεός, κι έπιασε δυο φούχτες, μια από γη και μια από νερό. Πήρε από την Παράδεισο λίγη λάσπη, Ψυχή την είπε, και κόλλησε χαλίκι και βροχή σε μία μορφή, τον Άνθρωπο.»

«Από τότε, οι άνθρωποι πότε έχουν πολύ χαλίκι, πότε πολύ νερό και πότε πολλή λάσπη. Οι πρώτοι στέρεοι και αμετακίνητοι, περιμένουν καρτερικά να τους φάει η βροχή και ο αέρας, ο καιρός. Οι δεύτεροι ρευστοί, εύπλαστοι αλλάζουν συνεχώς μορφή, μα με το πρώτο δυνατό χτύπημα σκορπάνε, γυρνά ο χάλικας στη γη, και το νερό στον ποταμό, και μένει η λάσπη ξέμπαρκη να ξεροψήνεται στον ήλιο, μέχρι να γίνει χώμα και νερό και να ακολουθήσει τα αδέρφια της. Οι τρίτοι, σκέτη ψυχή, όπου αγγίξουν πέτρα και νερό το κάνουν Άνθρωπο, περίσσεια η λάσπη στο κορμί τους. Μα, σαν μένουν μόνοι τους, ζητά η λάσπη να γυρίσει στην Παράδεισο, γιατί ο ήλιος απλώνει την ηλιαχτίδα -μαστίγιο της φαίνεται- και την μαστιγώνει, σαν την μάνα που κουνά επιδεικτικά, με μάνητα  το καλαμόξυλο στο χέρι, υποχρεώνοντας το παιδί να το γυρίσει στο σπίτι. Βαρύ το χρέος να ζει κανείς σα λάσπη ανάμεσα σε χάλικες και στάλες.”

(…)

Ιστορία δίχως…τέλος

2 Σχόλια

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ανθρωπόμορφος ουραγκουτάγκος ο Σταυράκος…ο Σταυράκος που λέτε δεν νοιαζότανε για τίποτε άλλο πέρα από το τί θα φάει ,πως θα κοιμηθεί και πώς θα εκτονώσει την ενέργεια της πρώιμης αναπαραγωγικής διαδικασίας. Ο Σταυράκος είχε σταμπάρει μία ωραία σπηλιά, έξω από την οποία υπήρχε μία μπανανιά γεμάτη καρπούς, και μία όμορφη ανθρωπόμορφη χιμπατζίνα…τη Τζίνα.

Όλα κυλούσανε ωραία ,μέχρι που φτάσανε στο μέρος ένας γιγαντόσωμος ανθρωπόμορφος γορίλας ο Μήτρακας και ένας παμπόνηρος ανθρωπόμορφος αυστραλοπίθηκος ο Τζίμυς. Ο Μήτρακας επιβλήθηκε μέσα στη σπηλιά πετώντας το Σταυράκο απ’ έξω, ενώ ο Τζίμυς ξελόγιασε τη Τζίνα με τα κόλπα του και την παρέσυρε παραδίπλα ,κάτω από έναν καταρράχτη. Ο Σταυράκος αναγκάστηκε να φύγει και να βρει την τύχη του σε άλλα μέρη…

Περάσανε γενιές πολλές από τότε, όταν οι ανθρωπόμορφοι απόγονοι καταφέρανε να σταθούν στα 2 πόδια και να δημιουργήσουνε κοινωνίες και επιστήμες. Ο απόγονος του Σταυράκου, ο Αγαμέμνονας, είχε μία πανέμορφη γυναίκα, την απόγονο της Τζίνας, την Ελένη. Ήτανε βασιλιάδες και ζούσαν υπέροχα, ώσπου κάποια μέρα φιλοξενήσανε έναν πονηρό νεαρό, τον Πάρη, απόγονο του Τζίμυ. Ο Πάρης δεν κατάφερε να αντισταθεί στη γονιδιακή πλέον έκφραση των ενστίκτων και ξελόγιασε την Ελένη και την πήρε μαζί του στη μακρυνή Τροία. Τότε, ο Αγαμένονας γύρισε στον Αίαντα, απόγονο του Μήτρακα και του ζήτησε να τον βοηθήσει για να πάρουν πίσω την Ελένη. Ο Αίαντας όντως βοήθησε τον Αγαμέμνονα, και πήρανε την Τροία. Ο Πάρης πέθανε, ο Αίαντας κράτησε τα πολύτιμα εδάφη της Τροίας με πλούσιο εμπόριο και στρατηγική θέση και ο Αγαμέμνονας πέθανε από τη χαρά του πριν καν δει την ωραία Ελένη.

Και περάσανε γενεές 500, και ο Σταυράκος τζούνιορ έμαθε τέχνες και αθλητισμό και ιστορία και επιστήμες. Πήγε σε σχολεία και σε πανεπιστήμια και έμαθε να χρησιμοποιεί τμήματα του εγκεφάλου που δεν γνώριζε. Έμαθε τις λέξεις σεβασμός, γνώση, αγάπη, κοινωνικότητα, καθώς και χίλιες μύριες του μάθανε τα κιτάπια και οι δασκάλοι. Και γνώρισε τη Τζίνα, γυναίκα πανέμορφη και μορφωμένη και θερμή και πονετική. Ο τζούνιορ άρχισε να σκέφτεται σπίτι, οικογένεια, παιδιά κι όλα του φαινότανε όμορφα. Κι αγόρασε ένα σπίτι και βρήκε μία πολύ καλή δουλειά. Και γνώρισε τον Μήτρακα τον δικηγόρο και τον Τζίμυ τον τυχοδιώκτη. Στην πρώτη δυσκολία ο Μήτρακας του πήρε το σπίτι, του έβαλε γραμμάτια και τον ξεφτίλισε στην κοινωνία. Ο τζίμυς ο αρουραίος ξελόγιασε με τα αηδιαστικά του ψέματα την Τζίνα και την πήρε σε άγνωστο μέρος. Ο Σταύρακας, όπως και οι πρόγονοι του, πέθανε από τη λύπη του.

cainkillshisbrotherabel.jpg

Αυτή είναι, εν συντομία, η ιστορία της ανθρωπότητας. Μία ελικοειδής φανταστική ιστορία που στροβιλίζεται γύρω από τον ίδιο χρονικό άξονα αναφοράς, σε μία πορεία σπειροειδή που σχηματίζει εκθετικές στρώσεις εναπόθεσης δεδομένων. Το παραμύθι ετούτο ίσως και να εμπεριέχει πιο αντικειμενικά στοιχεία από την ιστορία που διδάσκεται κανείς στα σχολεία. Διότι, κι αν οι καιροί αλλάξανε, κι αν ο άνθρωπος έφτασε στο φεγγάρι, ένα πράγμα δεν άλλαξε: η ζωώδης τάση του ανθρωπόμορφου χιμπατζή που κρύβεται βαθιά μέσα στα κύτταρα και τις αλυσίδες των αμινοξέων, να αποκτήσει βιαίως ότι γεμίζει τις αισθήσεις του. Εκείνο που αλλάζει μόνο, είναι το όπλο που χρησιμοποιεί…και μόνο μία λέξη είναι ικανή να περιγράψει απόλυτα την έμφυτη αυτή τάση του ανθρώπου, στεγνή και ξερή….τραμπουκισμός.

Οι φωτό είναι δανεισμένες κατά σειρά εμφανίσεως από:

  • allposters.com
  • exzooberance.com
  • hellenica.de
  • mitchie.com
  • wikipedia

Το δέντρο της μοναξιάς

Σχολιάστε

melancholy tree

Κεφάλαιο Α’: «Η γέννηση»

Από τη στιγμή που γεννήθηκα, θυμάμαι μία κουβέντα να γαργαλά τα μικρά, νεοσχηματισμένα αυτάκια μου: «τί γλυκό παιδί , το πιο όμορφο, το πιο έξυπνο, το καλύτερο του κόσμου…».

Mother and child

Λόγια γονέων στοργικά που προσπαθούσανε να προσδώσουν μαγικές ιδιότητες στα κληροδοτημένα χρωματοσώματα.Φράσεις γνώριμων ανθρώπων που αράδιαζαν κοπλιμέντα για να τονώσουν την αυτοπεποίθηση των γονεών μου και να γεμίσουνε τα κενά που δημιουργούσαν οι ανασφάλειές τους.Ψυχρές διατυπώσεις αγνώστων, τους οποίους δεν ξαναείδα στη ζωή μου, που ξερνούσαν τυπικές πομπώδεις εκφράσεις είτε για να δηλώσουν την κοινωνική τους παρουσία στο συγγενικό μου περιβάλλον, είτε για να κερδίσουν την εύνοια των γονέων μου και των συγγενών….

Κεφάλαιο Β’: «Η κοινωνικοποίηση της εφηβείας»

Sad Tree

Και το παιδί μεγάλωνε…πάντοτε με την ευθύνη της ματαιόδοξης συγκρίσεως με τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του. Τα πρώτα λόγια που άκουσε, ριζώσανε και γίνανε δενδρίλιο με δυνατό κορμό…σχεδόν αλύγιστο και πυκνό καταπράσινο φύλλωμα…και όσο άνθιζε κάθε άνοιξη και φούντωνε το φύλλωμά του, τόσο πυκνώνανε και τα παράσιτα γύρω του…εκείνα τα ζιζάνια που παραμονεύουν κοντά στις ρίζες, και περιμένουν με την πρώτη βροχή να αποσπάσουν σταγόνες δροσιάς από την αγκαλιά του δέντρου. Όσο αναπτυσσόταν ο κορμός, τόσο περισσότερα τα ζιζάνια στη βάση του, να κλέβουν σταγόνες από την ζωή του.

Κεφάλαιο Γ’: «Ο θρίαμβος»

Dancing tree

…Το παιδί έγινε έφηβος…και το δενδρίλιο, δέντρο. Η εμπειρία της ζωής έγινε σαν τη φωτιά στα χέρια των μακρινών προγόνων του, μέσο επιβίωσης. Ανακάλυψε τρόπους να απομακρύνει τα ζιζάνια από τις ρίζες του. Χρησιμοποίησε τα δηλητήρια του αέρα, τα οποία κατακρατούσε στο φύλλωμά του κατά την άνομβρη περίοδο, και απλά περίμενε την πρώτη βροχή να ταίσει φαρμάκι τους ανεπιθύμητους γείτονες. Με τις πρώτες σταγόνες, κιόλας, το αποτέλεσμα ήταν περισσότερο από εμφανές. Τα παράσιτα πέφτανε σαν το χιόνι και τα ζιζάνια λυγίζανε κάτω από το ίδιο τους το βάρος, εξαντλημένα, θανατωμένα. Το δέντρο δεν μπορούσε πια, παρά μόνο να τινάξει τα κλαδιά του ευτυχισμένο, σε ένα χορό μοναχικό και αυτάρεσκο.

Κεφάλαιο Δ’: «Η αποκαθήλωση»

Fall of the tree

…Ο έφηβος έγινε άντρας…το δέντρο θέριεψε. Η σκιά του επιβλητική. Ως και οι ακτίνες του ήλιου μάχουνταν η μία την άλλη, πια θα μπορέσει να φτάσει στην άλλη μεριά του φυλλώματος, σε έναν αγώνα ταχύτητας και δύναμης, μαζί και χάρης, με τερματισμό το δροσερό χορτάρι. Δεν υπήρχε πια χώρος για το δέντρο να απλώσει τις απέραντες ρίζες του. Ποσότητα από τα δηλητήρια που χρησιμοποιούσε για να σκοτώσει τα ζιζάνια, απορροφήθηκε από τα φύλα του και το δέντρο αισθάνθηκε να μουδιάζουν τα αγγεία του. Ο κορμός, τότε, άρχισε παροδικά να σαπίζει από μέσα και ο φλοιός να σκίζεται και να αποχωρίζεται το σώμα. Ορδές από έντομα και σκουλήκια ορμήξανε στο ετοιμοθάνατο κουφάρι, όπως οι γύπες και τα τσακάλια στο πληγωμένο ελάφι. Και σαν τον καταβεβλημένο από δυνατή αρρώστια γίγαντα, το δέντρο αρχικά έτριξε, ώσπου ακούστηκε ένας δυνατός ήχος όπως ο κεραυνός που διαπερνά την ξύλινη οροφή του σπιτιού. Έγειρε αργά στο πλάι και έπεσε απλώνοντας το τεράστιο κορμί του οριζόντια στην αγκαλιά της γης…

Κεφάλαιο Ε’: Το προφανές της ματαιότητας

DNA

Ο άντρας ξύπνησε απότομα. Έτριψε τα μάτια του για να διώξει από τους βολβούς των ματιών του αυτό το άσχημο όνειρο, ξορκίζοντας τους κακούς οιωνούς που άκουγε ότι συνοδεύουν τους εφιάλτες. Κοίταξε γύρω του ανακουφισμένος μαζί και απεγνωσμένος, για να δει έναν κόσμο διαφορετικό. Έναν κόσμο που μάχεται καθημερινά να αποτινάξει από πάνω του το προπατορικό του αμάρτημα, τον παιδευμένο εγωισμό, που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, από πατέρα σε γιο, από μάνα σε κόρη, όπως ο σπόρος των φυτών. Ανάλογη με το έδαφος και το κλίμα η επιτυχία της μετασποράς. Και ανακάλυψε τη δική του αλήθεια, ότι όταν ήταν δυνατός, ήταν και μόνος…όταν είχε ανάγκη από ζεστασιά, δεν είχε αγάπη…όταν δεν ήταν μόνος είχε για παρέα παράσιτα και ζιζάνια…

Η φωτογραφίες ανήκουν κατά σειρά σε συλλογές των

  • Dennis Webb’s Notable Art Photographs
  • tamilnation.org
  • minstrum.net
  • egreenway.com
  • gegraven.com
  • genome.gov

«Η λάμψη της μοναδικότητας»

Σχολιάστε

Unique

«Το παιδί μου, το καλύτερο του κόσμου…», μου έλεγε η κυρά Μαρία προχθές βουρκωμένη που μιλούσε για το μονάκριβό της αγόρι.

«Τέτοιο παιδί γεννιέται μία στο εκατομμύριο και αν…», συνέχιζε.

«Κυρά Μαρία μου όλα τα παιδιά του κόσμου είναι παιδιά μας», της έλεγα «και όλα τα αγαπάμε και για όλα πρέπει να προσπαθούμε».

Εκείνη με ρωτούσε κοιτάζοντάς με μες τα μάτια :

«Πώς γίνεται παιδί μου να αγαπάω όλα τα παιδιά το ίδιο με αυτό που βγήκε μέσα από τα σπλάχνα μου;».

Μέσα στις κόρες των ματιών της, φεγγοβολούσε η εικόνα του προσώπου του γιου της, σαν σταματημένο καρέ από κινηματογραφική ταινία, πάνω στο πανί της μεγάλης άδειας αίθουσας.

«Κυρά Μαρία μου, δεν μπορούμε να εξισώνουμε τα πάντα και να τα συγκρίνουμε. Αλλά όλα τα παιδιά του κόσμου είναι κι ένα κομμάτι της ψυχής του γιού σου…».
Η κυρά Μαρία έστρεψε το βλέμμα αμήχανα, προσπαθώντας να συλλάβει την ιδέα ότι το πρόσωπο του γιου της έμοιαζε με εκείνο … εκείνο που φοράει στο μπροστά μέρος του κεφαλιού του το μικρό γυφτάκι των φαναριών ή εκείνη η μάσκα τρόμου που βάζει ο χούλιγκαν της κερκίδας, πριν πετάξει την πέτρα στον εχθρό της «θρησκείας».

«Μα πώς;…».

– «Κυρά-Μαριώ μου…Όταν ο γιος σου πάει σχολείο, ποιοι θα είναι οι φίλοι του; Όταν φτάσει στην ηλικία να παίξει ποδόσφαιρο, μπάσκετ ή βόλλει, ποιοι θα είναι οι συμπαίκτες του… οι αντίπαλοί του;». «Ποιος θα είναι ο πρώτος του έρωτας; Ποιος θα γίνει συνάδελφός του;»,. « Ποιος θα του γράψει τα λάθος φάρμακα όταν εκείνος αρρωστήσει; Ποιος θα τον απολύσει από την εργασία του, που με μόχθο και ιδρώτα κέρδισε, εξαργυρώνοντας τη δουλειά του γιου σου σε τυχοδιωκτικές αναζητήσεις, για να βρει την ευτυχία που ποτέ δεν έζησε;». «Τελικά, για ποιόν θα επιλέξει να πεθάνει ανταλλάσσοντας χωρίς δεύτερη σκέψη εκείνο που σου πήρε 9 μήνες να δημιουργήσεις και πολλά χρόνια να πλάσεις με τα ίδια σου τα χέρια;».

«…Όλα αυτά είναι τα σημερινά παιδάκια που κάποτε θα μεγαλώσουνε σε μία κοινωνία που δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ γι’ αυτά κυρά-Μαρία μου. Που δεν ένιωσαν την αγάπη της κυρά-Μαρίας. Που δεν γνώρισαν τι θα πει αγάπη πέρα από τον ομφάλιο λώρο.»

« …Και όσο νομίζεις ότι μπορείς να μεγαλώνεις ένα παιδί μέσα σε μία αποστειρωμένη γυάλα, μακριά από ανεπιθύμητα παράσιτα και μικροοργανισμούς, τόσο ο αέρας γίνεται από μόνος του δηλητήριο μέσα στη γυάλα, και εκείνη μετατρέπεται σε θάλαμο αερίων για το παιδί σου. Είναι το χρέος μας προς το παιδί μας να μοιράσουμε την αγάπη μας σε όλα τα παιδιά του κόσμου, γιατί όταν στο γόνιμο έδαφος δεν καλλιεργήσουμε την βέλτιστη ποσότητα λουλουδιών, αυτό γίνεται αυτόματα χώρος ανάπτυξης ζιζανίων».

Κυρά Μαρίες, απανταχού της γης, μη γελιέστε ότι μπορεί ένα πανέμορφο άνθος, όπως το Έντελβαις, να ζήσει στις πιο αντίξοες συνθήκες. Είναι μέχρι να φτάσει το χέρι της ανθρώπινης ματαιοδοξίας να το ξεριζώσει από το βράχο που στέκει αγέρωχο, για να το κάνει κορνίζα στο σαλόνι του. Ως εκεί φτάνει η λάμψη της μοναδικότητας σε αυτόν τον κόσμο.

Η φωτό ανήκει στην DARGATE AUCTION GALLERIES LLC