justice_

Δικαίωμα είναι ένας όρος που περιγράφει τον αξιωματικά θεσπισμένο στοιχειώδη κανόνα, ο οποίος προασπίζει την ιδιωτική ζωή του ανθρώπου. Ταυτόχρονα είναι η πρώτη λέξη που μαθαίνει κανείς μόλις ανοίγει τα μάτια του στον κόσμο ετούτο.

Το δικαίωμα είναι ο ένας πόλος μιας έννοιας, του δικαίου, που σχετίζεται με το πώς εκφράζει το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο το σεβασμό στην ύπαρξή μου. Ο άλλος πόλος ονομάζεται υποχρέωση και σχετίζεται με το πώς αντιλαμβάνομαι το σεβασμό στην συνύπαρξη με τους επίλοιπους συνανθρώπους. Το δικαίωμα και η υποχρέωση είναι μεταξύ τους «αντιφατικώς ταυτόσημες» λέξεις. Όπως συμβαίνει και στα ευθύγραμμα τμήματα της επιστήμης των μαθηματικών, αν τα εκτείνουμε στο άπειρο, τα άκρα του συμπίπτουν σε ένα και μοναδικό σημείο. Το δε ευθύγραμμο τμήμα μετατρέπεται σε κύκλο ανατροφοδοτώντας το συνολικό του ανάπτυγμα. Κατ’ ανάλογο τρόπο, οι αντιφατικές και αντίθετες έννοιες τείνουν να γίνουν -σε οποιαδήποτε μακρο-σημασιολογική επέκταση- ταυτόσημες. Μένει στο …νου μας να αποφασίσουμε το εύρος των πνευματικών μας οριζόντων. Κι εκείνο που έχει πραγματικά σημασία είναι το πώς πλάθεται η ίδια η έννοια κατά την ιστορική πορεία της, όπως εκείνη φωτογραφίζεται τόσο στον υλικό κόσμο όσο και στον πνευματικό.

Το σύγχρονο νομικό σύστημα είναι τόσο δαιδαλώδες, που ακόμα και οι καλύτεροι της επιστήμης της νομικής σηκώνουν τα χέρια. Το αχανές δεν σχετίζεται με το πλήθος των νομικών προτάσεων, αλλά με το νόημά τους. Ετούτο συμβαίνει διότι παρότι η έννοια του δικαίου είναι την πραγματικότητα ενιαία και αδιάσπαστη, εμείς την οργανώνουμε συστηματικά σε τομείς, με τους οποίους εκείνη εκφράζεται στην καθημερινότητα. Τι όμως σημαίνει ενιαία και αδιάσπαστη έννοια του δικαίου;

Έστω ότι δύο αδέλφια χώρισαν με κάποιο τρόπο τα κτήματά τους σε δύο κομμάτια, εκ των οποίων ο ένας –με κάποιο τρόπο- πήρε μεγαλύτερο κομμάτι από εκείνο που πραγματικά του αναλογούσε. Εδώ έχουμε την πρωτογενή αδικία, που εκφράζεται μέσω του μοιράσματος. Δεν είναι το μοίρασμα η αδικία καθ’ αυτή. Η αδικία ενυπάρχει στη σχηματισμένη λογική των ανθρώπων και εξωτερικεύεται στον υλικό κόσμο. Ο αδικημένος, μην μπορώντας να δικαιωθεί λόγω συνθηκών, νόμων κλπ. στρέφεται στην αυτοδικία. Εδώ διαπράττεται και δεύτερη πράξη αδικίας (δευτερογενής), η οποία όμως τρέφεται από την πρόθεση της πρώτης. Ως νομικό σύστημα είμαστε υποχρεωμένοι να εξετάσουμε τις δύο υποθέσεις χωριστά, σαν να είναι μεταξύ τους μερικώς ή ολικώς ασύνδετα.

Τι σημαίνει όμως στην πραγματικότητα το παραπάνω παράδειγμα; Απλούστατα ότι το δικαίωμα είναι μία έννοια που φέρει ισχύ ανάλογη με την κοινωνική ισχύ των ανθρώπων από τους οποίους εκφράζεται. Ας σκεφτούμε την περίπτωση της μονομαχίας στο Φαρ Ουέστ ή κατά τις αριστοκρατικές Μεσαιωνικές τακτικές. Είχε ο καθένας το δικαίωμα να ζητήσει σε μονομαχία διά σπάθης ή όπλου τον αντίδικό του, ώστε να αποκατασταθεί η τιμή (ηθικό δίκαιο). Όμως, αυτό προϋπόθετε ότι είχε εκπαιδευτεί σε σπάθη ή σε όπλο. Που αυτό προϋπόθετε ότι κατείχε σπάθη ή όπλο και πάει λέγοντας.

Σήμερα, λέμε ότι ο πολίτης έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του (δίκαιο) στα δικαστήρια. Το ρόλο του «όπλου μονομαχίας» πλέον παίρνει ένα σύστημα κοινωνικής ισχύος, που περιλαμβάνει από την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, μέχρι τα αξιώματα, τις κοινωνικές γνωριμίες κλπ. Μάλιστα, το ρόλο της σφαίρας ή της κόψης του σπαθιού αναλαμβάνει άνθρωπος, ο οποίος είναι συγκεκριμένης εκπαιδευτικής βαθμίδας, κοινωνικής θέσεως, οικονομικής ισχύος κλπ. Είναι δυνατόν άνθρωπος που δεν πείνασε να εφαρμόσει αντικειμενικό δίκαιο σε συνάνθρωπο που έκλεψε για να επιβιώσει; Τέτοιες προσεγγίσεις γίνονται μόνο μέσα από την τέχνη, όπως σωστά περιγράφει  η Σώτια Τσώτου και τραγουδά μοναδικά ο Κώστας Χατζής στον «Τρελό της γειτονιάς».

Κάποτε, σύμφωνα με το τραγούδι, ένας φτωχός έκλεψε ένα ψωμί από το φούρναρη κι ο τρελός της γειτονιάς είδε το περιστατικό. Ο φούρναρης κυνήγησε κι έπιασε το φτωχό και τον παρέδωσε στην αστυνομία. Όταν κάλεσαν τον τρελό της γειτονιάς στη δίκη ως μάρτυρα και τον ρώτησαν ποιος είναι ο κλέφτης, εκείνος έδειξε απευθείας τον φούρναρη!  Στην πραγματικότητα, το τραγούδι περιγράφει τον «τρελό» που κρύβουμε μέσα μας. Εκείνο το τμήμα του εαυτού μας που αντιστέκεται στον συμπαγή ορθολογισμό, προσπαθώντας να ισορροπήσει για να διατηρήσει τα στεγανά. Για να γευτεί κανείς το πραγματικά δίκαιο είναι υποχρεωμένος να παραμερίσει το σφάλιστρο της στεγνής εμπειρικής λογικής, που  φράσσει το πηγάδι του λόγου, ανοίγοντας δίοδο προς την άβυσσο του φρέατος που διατηρεί το πολυπόθητο νερό. Η πραγματική τρέλα είναι η προσπάθειά μας να αφυγράνουμε την ξύλινη τάπα του πηγαδιού για να ξεδιψάσουμε, προσπερνώντας την απλή ιδέα πως εκείνη απλώς μας καταδεικνύει την πιθανή θέση υπόγειου υδάτινου ορίζοντα. Μπρος σε αυτήν την απονόηση, εκείνος που επιμένει να σηκώσουμε την τάπα φαντάζει τρελός. Μέσα στη θολούρα της αφυδάτωσης, που μας έχει κυριεύσει, τον ραπίζουμε και τον στέλνουμε πίσω στην έρημο επιστρέφοντας στην κύρια εργασία μας: τη μελέτη του αποτελεσματικότερου τρόπου στυψίματος της ξύλινης τάπας .

Ο καθένας μας έχει πιάσει το νου του να δημιουργεί «παράλογα νοήματα», για τα οποία, παραδόξως, δεν αισθάνεται καθόλου μειονεκτικά. Άλλωστε, μύθοι όπως εκείνος του «Ρομπέν των δασών» καταδεικνύουν ακριβώς αυτή την ανάγκη του ανθρώπου για συνειδησιακή δικαιοσύνη: οι νόμοι δεν περιγράφουν το δίκαιο του ανθρώπου, αλλά περιχαράσσουν το δίκαιο της επιστήμης. Το πρώτο ενυπάρχει στο Λόγο, στη συνείδηση του ανθρώπου που συναρμόζεται στα θεμελιώδη δομικά στοιχεία του πνεύματος. Το δεύτερο παράγεται από τη λογική και το εμπειριοκρατικό πλαίσιο της κοινωνιολογικής συμπτωματολογίας που σχετίζεται με το επίχρισμα του κατασκευάσματος της νόησης.

Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η αιτία του ενισχυμένου ρόλου της λογικής στα κοινωνικά σύνολα. Λογική είναι η διαδικασία περιγραφής του «φαίνεσθαι». Όμως το «φαίνεσθαι» πάντοτε ακολουθεί το «είναι» ως εξωστρεφής ιδιότητά του. Ποτέ δεν το δημιουργεί. Είναι σαν αν προσπαθούμε να δείξουμε ένα αντικείμενο που κινείται ταχύτατα στον ουρανό. Όπου και να δείξουμε με το δάχτυλο, πάλι θα αστοχήσουμε. Και θα συμβαίνει μέχρι να παραδοθούμε στην ουσία του φαινομένου: η κίνηση, η ροή είναι φυσική ιδιότητα κι όχι απλή τεχνική δυνατότητά του. Τότε, θα αφήσουμε το δάκτυλο να ταυτιστεί με την κίνηση του αντικειμένου, να το χαϊδέψει σε μία νοητή επαφή, ώστε να «δανειστεί» λίγη από την ιδιότητά του μέσα από την διαδικασία της κατοπτρικής ταύτισης.

Έτσι ακριβώς και στο πνευματικό κομμάτι του ανθρώπου. Το δίκαιο είναι έλλογη κοινωνική ιδιότητά του, κι όχι λογική ατομική δυνατότητα. Συνοδεύει τη συλλογική νόηση. Δεν παράγεται από την αυτοτελή νόηση του ατόμου, ασχέτως αν εμείς θεωρούμε (προσωποκεντρικά) ότι συλλαμβάνεται ή διατυπώνεται από εκείνη. Επιδεικνύοντας με υπερέκταση του δείκτη  μας το δίκαιο ή άδικο σε έναν μεμονωμένο άνθρωπο, χάνουμε την ουσία του λόγου που αποτελεί αναπόσπαστη ιδιότητα της ανθρωπότητας κι όχι ενός μεμονωμένου στοιχείου της, όπως αν επικεντρωθούμε σε μία φωτισμένη πέτρα ψάχνοντας το φως χάνουμε την πηγή του: τον ήλιο.

Advertisements