Από την ιστοσελίδα www.cartoonstock.com
μέσος average
επίθ ουδ / θ / α μέσος, μέση, μέσο [‘mesos, ‘mesi, ‘meso]
1 μεσαίος
μέσο μέγεθος
2 μέτριος
μέσο επίπεδο
3 κοινός
ο μέσος πολίτης
ο μέσος όρος (+γεν)
ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο
υψηλός μέσος όρος ηλικίας

Αυθορισμός:

Ας προσπαθήσω να προσεγγίσω τη «μεσαία τάξη» με βάση τον ορισμό του προσδιορισμού «μέσος».

Σύμφωνα με τον ορισμό Νο1, λοιπόν, πρόκειται για το μέσο μέγεθος, το συχνότερα εμφανιζόμενο, εκείνο που μπορεί να βολέψει το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού. Κι όντως, βολικά αοριστολογικό, ευκόλως παρεξηγήσιμο και παρανοήσιμο, επιδέχεται χαλάρωση με τη χρήση σαν ένα κοινό ρούχο, μα και δύναται να υποστεί στένεμα με πιθανό απρόσεκτο πλύσιμο. Εύκολα μετατρέπεται από μέσο σε μεγάλο μα και σε μικρό, ανάλογα με το πώς θα το χρησιμοποιήσει και συντηρήσει κανείς.

Ο ορισμός Νο2 παραπέμπει σε ποιοτικό μέγεθος: «μέτριος». Αυτό είναι δυνατό να το προσεγγίσουμε είτε εμπειρικά, με βάση τις αισθήσεις , όπως πχ λέμε ένας μέτριος καφές, είτε ιδεατά και αισθητικά, όπως πχ. λέμε «μέτρια απόδοση του έργου». Η πρώτη περίπτωση προσεγγίζει την πρώτη ερμηνεία, δηλαδή του μέσου μεγέθους, μιας και η εμπειριοκρατία σχετίζεται με την ανάλυση ποσοτικών μεγεθών. Στην πραγματικότητα ο μέτριος ταυτίζεται ποσοτικά με τον μέσο, μιας και ο έχων κατά νου το μέτρο (μέτριος), πάντα προσεγγίζει μία -μαθηματικού τύπου- πιθανολογική ποσοτική τιμή.

Ο ορισμός Νο3 είναι η σύνθεση των ορισμών Νο1 και Νο2, και προσαρμογή τους στα μέτρα της ανθρώπινης κοινωνίας. Δηλαδή, η ποσοτική και ποιοτική ανάλυση των κοινωνικών στρωμάτων, ασχέτως με την οπτική γωνία που εμείς κάθε φορά επιλέγουμε ως όψη παρατήρησης. Από τα αρχαία χρόνια υπήρχε ο διαχωρισμός μεταξύ της άρχουσας τάξης (πχ. γαλαζοαίματων) και των «κοινών» (ορισμός Νο3) θνητών. Βέβαια, αυτή η ιστορία βολεύει εξίσου και τους «κοινούς» θνητούς, καθώς φαίνεται να τους εξισώνει (ψυχολογικά) με τους «κοινούς μη έχοντες» της κάθε εποχής, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην υπάρχει για εκείνους κατώτερη τάξη, αλλά μόνο μέση και ανώτερη (η μεσαία αναλαμβάνει το ρόλο της κατώτερης καταργώντας τα νοητά όρια μεταξύ των). Ετούτη όμως η διαπίστωση, είναι καί μαθηματικώς άστοχη. Το μέσο και το ανώτερο προϋποθέτουν την ύπαρξη κατώτερου, οπότε και μεσαίο θεωρείται το σύνολο τιμών (τομέας, τμήμα) που περιέχονται μεταξύ οριακών τιμών, με τις οποίες και εμφανίζει αντίστοιχα συσχετισμούς αμφίδρομων ανισοτήτων [μεγαλύτερο από (>) και μικρότερο από (<)].

«Εμείς η μεσαία τάξη είμεθα η μόνη τάξη

με έντιμη συνείδηση, εθνική.

Παρασυρόμενοι όμως απ’ τις άλλες τάξεις,

στα νοήματα μα και στις πράξεις,

δίνουμε χροιά πολιτική:

Για όλα φταιν οι γκόμενες…

Κι όπως είναι φυσικό η μεσαία τάξη

θέλει κι εκείνη λιγάκι να διατάξει,

να γίνει άρχουσα δηλαδή…

Στην κλειδαρότρυπα στημένη με το χέρι στην τσέπη

χρόνια τώρα περιμένει και βλέπει,

όμως την εμποδίζει ένα κλειδί!»

(Οι γκόμενες, Δήμος Μούτσης)

Αυτοκριτική:

Στην πραγματικότητα εκείνο που συμβαίνει είναι ότι η «μεσαία» τάξη συμμετέχει στο έγκλημα από κοινού με την άρχουσα τάξη, προσπαθώντας να παγιώσει τη θέση της στην ελίτ των -μερικώς ή επαρκώς- προνομιούχων της ανθρωπότητας. Αυτός είναι και ο λόγος που σπανίως κοιτά προς τα κάτω, μα και όταν κοιτά, στην ουσία ρίχνει λοξές ματιές μέσα από καθρέφτες ώστε να βλέπει και τον εαυτό της στη συνολική εικόνα. Έτσι, καθώς παρακολουθεί έναν συνάνθρωπο να πεθαίνει της πείνας ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο, η μεσαία τάξη σπεύδει να οικειοποιηθεί το γεγονός, διαδηλώνοντας πως «μας αφήνουν να πεθάνουμε στο πεζοδρόμιο», την ώρα που ένα κομμάτι ψωμί κι ένα παλαιό ρούχο θα μπορούσε κάλλιστα να προσφέρει χωρίς ιδιαίτερες φιλοσοφικές κοινωνικοπολιτικές τοποθετήσεις.

Αυτοβιολογία:

Στην πανίδα, και ιδιαίτερα στα θηλαστικά, υπάρχουν χαρακτηριστικοί τρόποι να οριοθετούνται οι κεκτημένες, με βάση την φέρουσα ισχύ, περιοχές. Έτσι, πχ. οι σκύλοι ουρούν στις γωνίες, και οι λεοπαρδάλεις στα δέντρα, ώστε να δηλώσουν το αφιλόξενο της περιοχής σε πιθανό εισβολέα. Εισβολέας στο ζωϊκό βασίλειο είναι οποιοσδήποτε διεκδικεί δικαίωμα στα αντικείμενα ορέξεως των βασικών ενστίκτων (τροφή, αναπαραγωγή). Τόσο το δικαίωμα στην τροφή, όσο και στην αναπαραγωγή (αναζήτηση και δελεασμός συντρόφου) αποτελούν τα κύρια αίτια της αποκτήσεως ισχύος σε όλη την πανίδα, και φυσικά στη ζωώδη φύση του ανθρώπου.

Ας μη μας ξεγελά η αντίληψη πως ο ανταγωνισμός αποτελεί την πηγή της νόησης και των επιστημών, καθ’ ώς θέλουν διάφοροι «ειδήμονες» πολιτικών και οικονομικών επιστημών να μας παρουσιάσουν. Η ανώτερη νόηση, τουλάχιστον με τη σύγχρονη μορφή της, οφείλεται στον συναγωνισμό και στην άμιλλα, όταν και η ισχύς της ομάδας καθίσταται σκοπός των ατόμων, κι όχι η αντίστοιχη ισχύς των ιδίων αυτοσκοπός (ιδιοτέλεια). Ο ανταγωνισμός (φυσική επιλογή) είναι το προηγούμενο στάδιο ανάπτυξης του οργανισμού, όταν εκείνος προσπαθεί να βελτιώσει τη φυσική του κατάσταση, περνώντας σταδιακά από αμοιβάδα σε θηλαστικό. Όταν αρχίσει αυτή η διαδικασία να ολοκληρώνεται και σχηματιστεί το σύνολο του αυτόνομου οργανισμού, περνάμε στο επόμενο στάδιο, την κοινωνικοποίηση, που αποτελεί μεταβατικό στάδιο για το μεθεπόμενο, την πολιτικοποίηση (φυσικά άσχετο σαν όρος με τη σημερινή του έκπτωση). Στο στάδιο της κοινωνικοποίησης, μετέχω σε μία αγέλη ώστε να υπηρετήσω τις επιταγές της επιβίωσή μου (ένστικτο) με περισσότερες αξιώσεις (συναντάται με μεγάλη συχνότητα εμφάνισης στο ζωϊκό βασίλειο, κι ως εκ τούτου δεν αποτελεί προνόμιο του ανθρώπου). Στο στάδιο της πολιτικοποίησης, μετέχω μιας ολοκληρωμένης κοινωνικής ομάδας, με σκοπό την εξέλιξή της ως ενιαία οντότητα. Πρόκειται φυσικά για ακόμη μία παρερμηνεία της Αριστοτέλειας θεώρησης: «άνθρωπος όν πολιτικόν», που ουδεμία σχέση εμφανίζει με την πολιτική ως επιστήμη ή ως επάγγελμα, αλλά αντίθετα αφορά μία μετακοινωνική στάση ζωής.

Αυτοπροσδιορισμός:

Έπειτα από την μικρή παραπάνω εισαγωγή, που είχε ως στόχο την κατάδειξη της οριοθέτησης της περιοχής της «μεσαίας τάξης» μέσω των δικών της «ανθρωποκοινωνικών ούρων», και φυσικά προσπάθεια επέκτασης της αυτής περιοχής προς κάθε δυνατή κατεύθυνση προσβλέποντας σε αύξηση ισχύος έναντι των «ανταγωνιστών», μπορούμε να περάσουμε στο κυρίως νόημα του παρόντος κειμένου. Εκείνοι που πραγματικά εκμεταλλεύονται την κατώτερη τάξη είμαστε εμείς: η μεσαία τάξη. Είτε ως δημόσιοι υπάλληλοι, που βολεμένοι σε ένα σύστημα μηνιαίας φοροείσπραξης έχουμε δημιουργήσει και συντηρούμε ένα κοινωνικό πλαίσιο εσωτερικής ισχύος (κοινωνικής εντροπίας) μέσω της σύγχρονης πολιτικής έκφρασης, είτε ως ελεύθεροι επαγγελματίες που εκμεταλλευόμαστε την αμέσως κατώτερη από εμάς τάξη, φαινόμενο χαρακτηριστικό της ιδιοτέλειας κάθε οργανισμού.

Κι όντως, με μία ματιά στην κοινωνία που μας περιβάλλει, είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι τα πάντα σχεδιάζονται με σκοπό την συντήρηση της μεσαίας τάξης, κυρίως γιατί βολεύεται τόσο η άρχουσα τάξη, όσο και η μεσαία, αφήνοντας στο περιθώριο την κατώτερη, ώστε να δημιουργείται και ταυτόχρονα να καλύπτεται μερικώς ή συνολικά η ψευδαίσθηση της ισχύος. Όλες οι τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών σταθμίζονται με βάση το μέσο εισόδημα (μισθός). Οι υποδομές αναπτύσσονται με βάση την ποσότητα των μεσοταξικών πληθυσμών μιας κοινωνίας. Η μόρφωση σχετίζεται με τα ήθη και τις ανάγκες της εκάστοτε μεσοταξικής κοινωνίας. Οι μαφίες αναπτύσσονται κυρίως ως μεταβατικό στάδιο από τη μεσαία προς τις ανώτερες τάξεις (πχ. εμπόριο ναρκωτικών, σωματεμπορία κλπ.), και στη συνέχεια παγιώνονται σε εκείνες. Το πραγματικό χρήμα διακινείται στις μεσαίες τάξεις, καθώς στις ανώτερες κυριαρχεί η χρηματοπίστωση. Άλλωστε, η ψευδαίσθηση της ισχύος είναι εκείνη που ωθεί κυρίως τη μεσαία τάξη στη χρηματοπίστωση, καθώς τα πρότυπα των ισχυρών μελών είτε υπερπροβάλλουν την ύλη και την φαινόμενη ισχύ της κατανάλωσης, είτε διαφημίζουν τη χρηματοπίστωση ως το εισιτήριο για την ανώτερη τάξη. Κι αν κανείς θέσει το εύλογο ερώτημα: «μα φυσικό δεν είναι τα πάντα να οριοθετούνται με βάση το μέσο;», προφανώς δεν έχει κατανοήσει ούτε κατά σημείο στίξεως το παρόν κείμενο. Διότι, αν πάρουμε το παράδειγμα της μεσότητας στον οικονομικό τομέα, τότε όλοι θα έπρεπε να μοιραζόμαστε εξίσου όλα τα αγαθά. Αυτό που συμβαίνει σήμερα, είναι ότι ορίζουμε αξιακά και δογματικά ποιο είναι το μέσο, χρησιμοποιώντας για τον προσδιορισμό του μέσου συγκεκριμένα μαθηματικά για επιλεγμένους τομείς της ζωής, και χρεώνουμε τις ζωές των ανθρώπων με «μέσες» υποχρεώσεις, χωρίς να τους παραχωρούμε τα αντίστοιχα «μέσα» δικαιώματα.

Αυτοαφορισμός:

Τα κύρια άρθρα του συντάγματος μας υποχρεώνουν -ως πολιτικά όντα- στη διαφύλαξη του δικαιώματος στη ζωή. Κι εγώ ρωτώ ως απλός αδαής άνθωπος: «με τι σχετίζεται άμεσα το δικαίωμά στη ζωή;». Προφανώς, σε ζωϊκό επίπεδο, με τροφή και υγεία (στην πραγματικότητα περιλαμβάνει πολύ περισσότερα). Από τη στιγμή που η τροφή και η υγεία μου αποτελούν -πλέον και αποκλειστικά- εμπορικά προϊόντα και επαγγελματικές υπηρεσίες (αγορά), είναι τουλάχιστον ειρωνικό (ώς και παράλογο) να υπάρχει αυτό το άρθρο στο σύνταγμα, χωρίς να μου παρέχεται το ελάχιστο δυνατό εισόδημα, ώστε να ικανοποιούνται οι παραπάνω ανάγκες. Κι όμως, εμείς η μεσαία τάξη, είμαστε η μόνη τάξη με έντιμη συνείδηση εθνική, ώστε να αντικρίζουμε έναν μισοπεθαμένο στο πεζοδρόμιο και να του φωνάζουμε «σήκω Λάζαρε, μάζεψε τα σάπια σου κρέατα από το πεζοδρόμιο και πάτησε γερά στα καλαμοπόδαρά σου να διεκδικήσεις το δικαίωμα στη ζωή», όταν στην πραγματικότητα το δικαίωμά του αποτελεί ήδη δική μας υποχρέωση, εξαιτίας της σύμβασης που δημιουργήσαμε για να εξυπηρετεί πρωτίστως εμάς. Πώς; Σε μία προσπάθεια να μην χάσουμε το – με κληρονομικό τρόπο- κεκτημένο δικαίωμα στην ισχύ.

Αυθεπίλογος:

Σύμφωνα με τον εμπνευστή λοιπόν του σοσιαλισμού Καρλ Μαρξ, το δίκαιο αποτελεί μέτρο εφαρμογής της ισχύος, από τους δυνατούς προς τους αδύναμους. Βέβαια, ό,τι δηλώσει ο καθείς είναι, οπότε και μπορούμε να αναλύουμε φιλολογικά επ’ άπειρον την φέρουσα ταξινόμηση της κοινωνίας και ποιος είναι αδικημένος ή αντίστοιχα ευνοημένος. Πριν αγγίξω τα όρια της αοριστολογίας και του αφηριδεασμού, παραμένει άποψή μου, ότι ακόμα και αυτοί οι φιλόσοφοι, για άλλο πράγμα μιλούσαν και φυσικά άλλο καταλάβαμε. Αυτή είναι άλλωστε και η μοίρα των φιλοσόφων: να δημιουργούν δυσνόητες και πολύπλοκες για εμάς (τη μεσαία τάξη= μέτρια, σε αντίληψη προσθέτω προσωπικά και σύμφωνα με τον ορισμό Νο2) παρατηρήσεις, τα γνωστά από την αρχαιότητα «καινά δαιμόνια».

Σε μία προσπάθεια παραγωγής αποφατικού επιλόγου, θα καταλήξω λοιπόν στο μη επιθυμητό, φαινομενικώς εξωγήινο και άκρως αντικοινωνικό συμπέρασμα: εμείς η μεσαία τάξη είμαστε η χειρότερη των τάξεων, διότι αποτελούμε έναν ομοιογενή χυλό από πεπερασμένες ιδιοτέλειες που κρύβονται πίσω από ιδεολογικές μάσκες, περίτεχνα χρωματισμένες με «νομοθετικά πινέλα» και «λογικές παλέτες» αδιαμφισβήτητης επιστημονικής «αντικειμενικότητας», την ίδια ώρα που η επιστήμη αδυνατεί να ορίσει το αντικειμενικό… Κι όσο κάποιος θα μας απλώνει το χέρι για να διεκδικήσει ένα ξερό κουλούρι, εμείς θα ανταπαντάμε με τόνους συγγραμμάτων, θεωριών της οικονομικής επιστήμης και πολιτικο-κοινωνικών προσεγγίσεων, προσπαθώντας στην πραγματικότητα να αποφύγουμε το μοίρασμα της ιδιο-κτησίας μας με εκείνους που κληρονόμησαν ιδιο-ακτησία, προβάλλοντας πάντα ως υπαίτιους εκείνους -εξ’ ημών- οι οποίοι τυγχάνει να αναπτύσσουν αυξημένη ισχύ μέσω της σύννομης (χρυσι-) χρησι-κτησίας. Μα πάνω από όλα θα αποφεύγουμε να κοιτάξουμε τον απέναντι στα μάτια, τοποθετώντας ταχύτατα και πρόχειρα ένα γιγαντιαίο αναλόγιο με τόνους βιβλιογραφίας ακριβώς στη θέση που συναντώνται τα βλέμματα.

Εμείς,η μεσαία τάξη…

Advertisements