«Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία

Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα

Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία»

Το φίδι σχίζεται στο βράχο με τη σμέρνα…


Η εισαγωγή του ποιήματος-έπους «Γυναίκα» του Νίκου Καββαδία μας δίνει μία πρώτη εικόνα της γυναικείας φύσης, όπως αυτή ζωγραφίζεται από τα πινέλα της παράδοσης ανά τον κόσμο. Διότι, αν προσπαθήσει κανείς να περιφράξει τη γυναικεία φύση μέσα σε εμπειρική γνώση, θα υποπέσει στο παράδοξο του στερεομετρικού πλέον κυβισμού της σφαίρας, που αποτελεί το αμέσως επόμενο στάδιο της επιστημονικής προκλήσεως που ονομάζεται: γεωμετρικός τετραγωνισμός του κύκλου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, είναι μάταιο να ορίσουμε τη φύση του ανθρώπου εμπειριοκρατικά, λησμονώντας πως κάθε τέτοια διαδικασία φτάνει σε ένα οριακό σημείο που αφορά το σύνολο των καταγεγραμμένων εμπειριών.

Στο έργο του Καββαδία, λοιπόν, που παραθέσαμε, ας θεωρήσουμε τη γυναίκα ως το γλάρο που στέκεται άτρομος στην κορυφή του φοβερού σαρκοβόρου, που βγήκε στην επιφάνεια της θάλασσας. Αντί να πανικοβάλλεται στη θέα της φοβερής δύναμης που αποτελεί το φόβο και τρόμο της γύρω κοινωνίας, στέκει αγέρωχη, παιχνιδίζει και μαζί του. Ίσως και να το αγνοεί επιδεικτικά, τονίζοντάς του σιωπηλά  του ότι θα αποτελεί γι’ αυτήν ένα απλό κομμάτι βράχου, μέχρι εκείνη να αποφασίσει διαφορετικά. Έπειτα, πετά και απομακρύνεται σα να μη συμβαίνει τίποτα.  Ίσως, πάλι, να σκεφτούμε τη γυναίκα σαν τη θάλασσα που χαϊδεύει το πτερύγιο του σαρκοβόρου. Που αποτελεί πηγή ζωής του σαρκοβόρου, το οποίο την εισάγει στα σπλάχνα του ανοίγοντας τα βράγχια του, για να την κάνει ανάσα, ζωή. Το κύμα που περνά πάνω από τον καρχαρία είναι η κινητήριος δύναμη που δίνει ζωή στη θάλασσα. Η δύναμη της γυναίκας… Εκείνη που ώθησε την Ιουδήθ να σώσει το λαό της κατά την πολιορκία της Βοτυλουά από τους Ασσύριους.

Ο θρύλος λέει πως η Ιουδήθ παρείσδυσε τη νύχτα στο στρατόπεδο των Ασσύριων και φόνευσε  αποκεφαλίζοντας τον στρατηγό Ολοφέρνη, αφού πρώτα τον ξελόγιασε με την ομορφιά της. Άλλοι μύθοι θέλουν να τον μέθυσε με γεύμα από το πεντάγευστο τυρί και κρασί της φυλής της, καρατομώντας στη συνέχεια το ζαλισμένο από τη μέθη κεφάλι. Σε κάθε περίπτωση σκοπός ήταν ο «αποκεφαλισμός» του ιδίου, αλλά και -μεταφορικώς- του συνολικού στρατού του. Η γυναίκα λοιπόν που νίκησε τους στρατούς. Εκείνη η δύναμη που πηγάζει από τα σπλάχνα της και εμφανίζεται σε μύθους όλου του κόσμου: «αλλού σε λέγανε Γιουδήθ εδώ Μαρία»… Η δύναμη που συνδυάζει την πονηρία του Όφη που ξελόγιασε τον Αδάμ, ταΐζοντάς τον με τον καρπό της Γνώσης, και το δίπτυχο επιθετικής ισχύος και αυτοπεποίθησης της Σμέρνας. Ο Όφις και η Σμέρνα -σύμφωνα με θρύλους- ανταμώνουν κάποια ανατριχιαστική πανσέληνο και σμίγουν, ζευγαρώνοντας ηδονικά σε κάποια αμμούδα της παραλίας («Το φίδι σχίζεται στο βράχο με τη σμέρνα…»). Η σελήνη σε όλη την διάρκεια της ιστορίας συμβολίζει τη γυναικεία φύση μέσα από την ποίηση και τις τέχνες. Πιο συγκεκριμένα, συμβολίζει την ενδόμυχη αρχέγονη φύση της, εκείνη που όταν αποκαλύπτεται, ταράζει τους ωκεανούς της πλάσης, προκαλώντας σεισμούς και παλίρροιες, που καθώς φαίνεται σε εμάς να είναι καταστροφικοί, είναι εν τούτοις η πηγή της ζωής μας πίσω στους αιώνες. Γυναίκα: η πηγή δημιουργίας του άνδρα. Για χάρη της έφτιαξε πολιτισμό, να την ζεστάνει, να τη χορτάσει. Στο απορημένο βλέμμα του ανθρώπου που κατακλύζεται από έκδηλη διαχρονική αμηχανία, καθώς προσπαθεί να  ανακαλέσει τις προαιώνιες βιωματικές του μνήμες στο αντίκρυσμα του παιχνιδίσματος της Γυναίκας («σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει«), εκείνη του αποκρίνεται:


«Τί με κοιτάς; Να σου θυμίσω εγώ που μ’ είδες:

Στην άμμο απάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει

τη νύχτα που θεμέλιωναν τις πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.

Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν

Ανάμεσα σ’ ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό

έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.»


Έτσι, μπορούμε να δημιουργήσουμε μία συνολική εικόνα της αλληγορίας των στίχων του ποιητή. Όταν η γυναικεία φύση ολοκληρώνεται (πανσέληνος της γυναίκας), σμίγει η αρχέγονη δύναμη επιρροής επί του άνδρα (Όφις), με την σπαρακτική επιθετική ισχύ, η οποία εξαπολύεται μόλις κάποιος την πληγώσει και της ερεθίσει το ένστικτο της επιβίωσης (Σμέρνα).

Εδώ όμως τίθεται το ερώτημα  «τί είναι επιβίωση για τη γυναίκα;». Στο προηγούμενο κείμενο έδωσα μία πρώτη αίσθηση της μητριαρχίας, ως προς το τί σημαίνει για τη συνέχεια της ίδιας της ζωής, πώς οι κοινωνίες συσπειρώνονται γύρω από την επιβίωση του θηλυκού, και γιατί δημιουργήθηκε το ανδρικό υπερπρότυπο πλειοδοσίας της γυναικείας φύσης. Όμως, το κέντρο της ζωής δεν είναι η γυναίκα καθ’ αυτή, αλλά εκείνο που αυτή φέρει στα σπλάχνα της, η γή της. Η σελήνη μας δεν έχει νόημα ύπαρξης δίχως τη Γη γύρω από την οποία περιφέρεται, τη Μήτρα της, μέσα στην οποία δημιουργείται η ζωή. Είναι πάντοτε στραμμένη με το πρόσωπο προς τη Γη της, πότε κοιτάζοντας τον Ήλιο της κατάμματα επειδή αυτός ευθυγραμμίστηκε με τη Γη (έκλειψη σελήνης για το τέκνο), και πότε γυρνώντας του την πλάτη αφιερώνεται στην πολύτιμή της Γη (έκλειψη Ηλίου για το τέκνο). Βέβαια, όλα τα παραπάνω εκλαμβάνονται με δεδομένη την πνευματικότητα των μύθων της  ανθρώπινης ιστορίας , δηλαδή της παραδόσεως, η οποία είχε κυρίαρχο δομικό ρόλο  αξιακής εδραίωσης  των κοινωνιών, από την αρχή της ιστορίας μέχρι τις αρχές του περασμένου αιώνα. Τότε, κυριάρχησε η θεωρία υπέρ της γνώσης, το αποτέλεσμα υπέρ της πηγής, το σύμπτωμα υπέρ της αιτίας. Κι ενώ η πηγή μας είναι μέσα μας και μέσα στην ιστορία μας, εμείς βγαίνουμε έξω μας και ταυτόχρονα έξω από την  ίδια την ιστορία μας , εστιάζοντας στην φαντασίωση της «αντικειμενικής ματιάς».

Στις μέρες μας, λοιπόν, η έννοια της παραδοξότητας αποτελεί πλέον πάγιο και αναφαίρετο νόμο της εμπειριοκρατικής επιστήμης μας, καθιστώντας στη συνείδηση του άνδρα το φαινόμενο «σεληνιακή γυναίκα» πιο ορθολογικά παράδοξο από ποτέ , μα και στην ίδια την καρδιά της γυναίκας πιο βιωματικά ξένο από ποτέ . Κι ετούτο, γιατί ο άνδρας  μεν τρομαγμένος, μα και καταβεβλημένος, από την  ήττα του που αποκαλύφθηκε με την εγγενή αδυναμία της περίφημης «Σωκρατικής αγνωσίας», εγκλωβίστηκε στην βολική μα παγερή φυλακή του «φαινομενικώς γιγνώσκειν»· η γυναίκα δε, έμαθε να σκέφτεται και να συμπεριφέρεται σαν προ-Σωκρατικός άντρας, νεο-εισερχόμενη στο σκοτάδι της ανωτέρω αγνωσίας. Το φυλικό δίπολο «διά αφής περιπλανώμενο» στο σκοτάδι της θεωρίας, κατέληξε στο Ζενίθ του κόσμου της επιστημονικής γνώσης, όπου βρέθηκε εκτεθειμένο στο πολικό ψύχος, μα έμεινε ταυτόχρονα έκθαμβο στο αντίκρυσμα του εντυπωσιακού οπτικού φαινομένου της πολικής νύχτας. Έτσι, καί οι δύο απώλεσαν τη «σεληνιακή γυναίκα» από τη ζωή τους, παγωμένοι, μαρμαρωμένοι, μαγεμένοι από το πνευματικό Βόρειο Σέλας, την οφθαλμαπάτη του φαλλοκρατικού «οίδα»…


«Το χέρι σου που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου

Για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δεν μ’ ορίζει…»

Advertisements