Η φωτό είναι δανεισμένη από την ιστοσελίδα http://www.tear.gr

(…)

Γύρισε ο νέος στο σπίτι, μα ευθύς μόλις άφησε τη σάκα με τα βιβλία στο τραπέζι, έτρεξε να συναντήσει τον κυρ- Αντώνη. Του είχε μεγάλη αδυναμία, από τότε που ήταν παιδί ακόμη. Τον θυμάται κοκκαλιάρη, ηλιοκαμμένο, μα πάντα με ένα φαρδύ χαμόγελο στα χείλη, λες και πάλευαν τα δόντια να ξεφύγουν από τα ούλα και να βγουν στον αέρα, να ροκανίσουν λίγο ήλιο… Μεγάλη του αδυναμία η γης του κυρ- Αντώνη. Την πάλευε, την γύριζε ανάσκελα, της έχωνε στα σπλάχνα το σπόρο και την έφερνε ξανά στα σύγκαλά της. Μόλις το χώμα ξεκουράζονταν από την πάλη με τον γεωργό, έπινε λαίμαργα το νερό που κέρδισε με μόχθο και πόνο. Ευθύς αμέσως, δυνάμωνε και φούντωναν οι φλέβες του, σαν το χέρι του παλαιστή, έβγαζε ρίζες και μοσχοβολούσε, ως και σε τρόμαζε καμία φορά αυτή η δύναμη της ζωής.

§

Μεγάλη αδυναμία του είχε ο Νικόλας του κυρ-Αντώνη. Όταν ήταν μικρός, το μυαλό του δούλευε με χίλιες στροφές για να προλάβει να αλέσει τις εικόνες, τους ήχους, τις μυρουδιές, τις γεύσεις, μα πάνω από όλα την αφή, και να τα κάνει τροφή του λογικού. Όταν λοιπόν, ρωτούσε τον πατέρα του για μικροπράγματα που κάθε παιδί θέλει να μάθει, εκείνος -πολλά παιδεμένος στη ζωή- του αποκρίνονταν:

– «Θα τα μάθεις στο σκολειό. Τράβα να κυνηγήσεις τους φίλους, να σε κυνηγήσουν, να φας λίγο χώμα, να ταΐσεις… Έτσι γίνεσαι άντρας! Τα γράμματα θέλουν καθισιό. Κατάρα το καθισιό! Τράβα να κοιμηθώ μια στάλα!»

Έτρεχε ο μικρός να παίξει με τα άλλα τα παιδιά. Στα τρία πρώτα βήματα ματώνανε τα γόνατα. Στα επόμενα πέντε κοκκινίζανε και τα χέρια. Στο τέλος δε μένανε όρθιοι μήτε μύτες, μηδέ πισινοί… Έβλεπε ο κυρ -Αντώνης το χαμό κι έτρεχε να μαζέψει το νέο από τη μάνητα των λυκόπουλων!

– » Έλα δω, πάλι μπλέκεσαι με δαύτους! Τί τα θες παιδί μου; Εσύ έχεις ξυράφια στο μυαλό και πούπουλα στο σώμα. Το κορμί σου μαδημένο, μα ο νους σου κόφτει σαν το διαμάντι!«

Έπαιρνε το οινόπνευμα και το βαμβάκι και περιποιούνταν την πληγή. Έσκουζε ο νέος και τραβιόταν, μα ο αγρότης του έδινε κουράγιο.

– «Σαν τί θωρείς πως είν’ ο πόνος, Νικόλα; Βδέλλα είναι που πιάνεται από τη σάρκα και  τρέφεται με ψυχή, το αίμα της σάρκας που βγαίνει απ’ το σκώτι της ζωής. Μα  να θυμάσαι καλά , ο πόνος είναι στο μυαλό, παιδί μου κι έχεις νιονιό ξουράφι. Τον κόφτεις και τον κομματιάζεις,  σαν  μόνο το θελήσεις! Σφίξε τα δόντια, δούλεψε τα ξουράφια, ξαναβάζω!«

§

Από τότε θυμάται ο Νικόλας τον κυρ-Αντώνη. Από τότε τον έχει σαν πατέρα, πνεματικό, σαν τους ασκητές, που αγάπη γυναίκας δεν έζησαν, μα αγάπησαν και για τη γυναίκα μαζί.

Έφτασε ο νιός στο σπίτι του κυρ-Αντώνη:

– «Εεεε! κυρ-Αντώνη… είσαι μέσα; Άνοιξε να σε δω μια στάλα. Έφερα και γλυκό κεράσι από τη μάνα μου, εκείνο που σου αρέσει!«

Ο κυρ-Αντώνης άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε με το τεράστιο χαμόγελο στο κατώφλι:

– «Καλώς το αρχοντόπουλο με το καλό πεσκέσι! Έλα Νικόλα, κάτσε, πιες… Και πες μου τί σού ‘μαθαν σήμερα στο σχολείο;«

Έβρισκε ευκαιρία ο γεωργός και μάθαινε από τον νέο. Γίνονταν εκείνος μαθητής κι ο νέος έλαμπε σαν το κερί της Ανάστασης, σαν έβλεπε στα μάτια του γέρου το θαυμασμό. Τού ‘λεγε ο έφηβος για γράμματα, για μακρινές πολιτείες… Τού ‘λεγε για γη και ουρανό, για μόρια και πλανήτες. Σύμβολα τού ‘δειχνε της αριθμητικής και παγκόσμια ιστορία. Άκουγε ο γέρος για χλώρια, πίνακες, ωκεανούς, Ναπολέοντες και ηλεκτρόνια κι έπαιρνε μπρος η κούτρα του. Μα σαν έκανε ν’ αρπάξει ο κινητήρας, σα βραχυκύκλωμα τον έπιανε κάτι, και τον έλουζε κρύος ιδρώτας.

– «Κάτσε παιδί μου, ήρεμα. Περίσσεια μεγάλο το κεφάλι μου, μα γέμισε φτυαριές και τσαπίσματα, μπολιάσματα και σπορά. Πού ‘νά βρω χώρο εγώ για δαύτα; Αγάλι – αγάλι! να φεύγει μια φτυαριά, να μπαίνει ένα λεκτρόνιο, να φεύγει ένα τσάπισμα, να μπαίνει ο Ναπολέως. Άλλως, βλέπω την κούτρα μου… πώς τό ‘πες εκείνο το ωραίο;… Βατερλώ; Αυτό!«

Γέλασε ο Νικόλας με το αστείο του κυρ-Αντώνη:

– «Κυρ- Αντώνη, ξέρεις πως τα γράμματα πολύ τα αγαπώ, μα πάνω από όλα τη σοφία σου. Σαν ανοίγεις το στόμα σου να μιλήσεις, παραμερίζουν Φυσικές, Χημείες, Ιστορίες και Μαθηματικά, όπως οι  λαμπροί, μορφωμένοι ιππότες, σαν περνά από μπροστά τους ο γερο-Βασιλιάς! Σειρά σου τώρα να μου πείς, το λόγο εσύ να πάρεις.«

Έχω μια σφήκα στο μυαλό μου «, συνέχισε, «που συνεχώς στριφογυρνά, πού και πού ρίχνει κι από καμιά τσιμπιά. Τη σφήκα μου τη λέν «ζωή». Τί είναι τούτο το μυστήριο, πούθε έρχεται, πού πάει; Γιατί σαν ρώτησα το δάσκαλο στο σχολειό, μου αποκρίθηκε πως τα γράμματα περιγράφουν τη ζωή. Σαν το πινέλο που βουτά στου ουράνιου τόξου τα χρώματα. Και ζωγραφίζουν στο χαρτί του μυαλού… Κάθε ζωγράφος και διαφορετική ζωγραφιά, άλλα χρώματα… Πώς να ζωγραφίσω τη δική μου; Έφαγες τη ζωή με το κουτάλι…μουτζούρωσες, έβαψες, έσβησες, όλα τά ‘κανες. Απ’ τα λόγια σου κρέμομαι!«

Έξυσε το άτριχο της κορυφής ο κυρ- Αντώνης, φύσηξε, ξεφύσηξε, άπλωσε ένα χαμόγελο και αποκρίθηκε του νέου:

– «Πολλά ζητάς να βρείς κι είμαι κι εγώ  της ζωής φτωχός, όπως κάθε άνθρωπος πλούσιος μα και πεινασμένος, δυνατός μα και καλαμοπόδαρος. Μάθε λοιπόν ότι η ζωή είναι μια θάλασσα ευτυχίας. Κάθε κουφάρι ακουμπά και αρπάζει μία στάλα, ευθύς γίνεται άνθρωπος… μα τόσο μπορεί να χωρέσει, μία στάλα! Μια στάλα το λοιπόν άρπαξα κι εγώ και τη μοιράστηκα με τη γη, τον ουρανό, ανθρώπους και ζα. Γιατί, άκου καλά, μεθαύριο εσύ θα είσαι το απλό κουφάρι, και θα  διαλέξει να τη μοιραστεί μαζί σου το δεντρί, το στάρι, ο κάμπος, τα πουλιά, τα αγρίμια…«

§

– «Μια μέρα, καθώς περνούσα απ’ το χωριό, είδα έναν ξένο με το λαγούτο του, καθισμένο σε μία γωνιά στην πλατεία. Πάντα μου άρεσε το τραγούδι, μα η φωνή μου ήτανε μόνο για να διώχνει αγρίμια και κοράκια! Έτσι, την άφησα να τραβήξει μόνη της το δρόμο της και το ριζικό της. Πού και πού μερακλώνω και το ρίχνω στο χορό και το τραγούδι. Αλοίμονο σε εκείνον που θα σιμώσει!«

– «Ο ξένος το λοιπόν, είχε αηδονήσια φωνή, κι άρχισε να λέει ένα τραγούδι. Άνοιξαν τα στήθια μου και η ψυχή μου πέταγε και χόρευε με τους ήχους. Του ζήτησα να μου το γράψει, κι ας μην ξέρω να πολυδιαβάζω, σαν τύχει κανείς να το θελήσει, να το έχει με την ευκή μου. Νά παρ’ το! Αν θες, κι έχεις υπομονή στα αυτιά, θα σου το τραγουδήσω, μπας και σου αρέσει κι εσένα…«

Άνοιξε ο Νικόλας το χαρτί κι άρχισε να διαβάζει. Μεράκλωσε κι ο γέρος κι άρχισε να το σιγοταγουδά:

«Εγέννησεν η Άβυσσος ένα σακάτη κόκκο

και μες τ’ αθώα χείλη του εμφύσησε μια λέξη.

Τρία ρημάδια γράμματα… το γιο της μην παιδέψει!

Φτωχός ο έρμος στο μυαλό την σκέφθηκε σαν παύλα…


Μεγάλωνε και θρέφονταν του κόκκου η ευθεία

κι ο κόκκος μας μεγάλωνε, να! μοιάζει με πλανήτη!

Γίνηκε κόσμος ξάστερος. Η ευθεία νά ‘χει σπίτι.

Της μάνας ήτανε θύμηση, του Χάους ελεγεία.


Καθώς ο νους μεγάλωνε την σμίλευε με τέχνη,

μα σαν σφιχτά την έπλαθε γινότανε τελεία…!

Λευκό χαρτί ‘που έβλεπε, το πέζευε στ’ αστεία

Στο ρήμα δίπλα χώνουνταν του λόγου να μετέχει.


Μα το χαρτί επίπεδο, τα γράμματα μεγάλα

Και η κοιλιά της θέριευε, στην κόλλα δε χωρούσε

Ήθελε να’ μπει στο μυαλό, αυτό που την θωρούσε

Έδωκε σάλτο, το λοιπόν, χώθηκε στην κεφάλα!


Ήτανε πλέον έφηβη, μα λάτρευε παιχνίδι

Έρημο λόγο ‘πού ‘βρισκε, του έστηνε καρτέρι

του έβαζε τρικλοποδιά και τού ‘στριβε το χέρι

Αντί στο στόμα μυγδαλιά, ο λόγος, ροκανίδι!


Και ζούσανε αυτοί καλά: ο κόκκος κι η τελεία

Πότε ο κόκκος άνοιγε, γινότανε στεφάνι,

πότε η στίξη φούσκωνε τον κόκκο να ζεστάνει.

Κίνησαν τρία  γράμματα να φτιάξουν ιστορία…»

§

-«Τράβα τώρα στο σπίτι σου» του παρήγγειλε ο γέρος. «Η μάνα σου φτιάχνει φαγητό για τρείς, κι όχι για δύο! Τράβα να φας, να ακονίσεις τα ξουράφια της κεφαλής σου. Εδώ είμαι εγώ, σαν με πεθυμήσεις, δε χάνομαι!»

Ο Νικόλας πήρε το δρόμο για το σπίτι. Ο ήλιος έλαμπε πάνω από το κεφάλι του, αλλά και μέσα στην καρδιά του.

(…)

Advertisements