… ο κυρ-Αντώνης κοίταξε τον νέο πονετικά. Δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς το σωστό, μα πιο δύσκολο να ξεχωρίσει το λάθος. Έστρεψε το βλέμμα κατά τον ορίζοντα, εκεί που σμίγει ουρανός, βουνό και θάλασσα και έβγαλε γλυκιά φωνή να πει το παραμύθι:

“Νικόλα, παιδί μου, η φύση γύρω μας ορίζει, μα όσο την βλέπουμε με μάτια και αυτιά, ευθύς θα μας περιορίζει. Επιστήμη πολλή δεν ξέρω, μήτε και φιλόσοφος είμαι, μα άκου πως βλέπω εγώ τον άνθρωπο και το δρόμο του Θεού και βγάλε κρίση…»

«Τους δρόμους τους φτιάχνουμε από υλικά της φύσης, όπως φτιάχνει ο Θεός το σώμα του ανθρώπου.»

«Άλλοι δρόμοι είναι χαλικόστρωτοι, με χοντρά και λεπτά χαλίκια, που σκορπίζουν σιγά σιγά με το πάτημα και τη βροχή. Γεμίζουν γούρνες και λασπόνερα. Το χαλίκι είναι παιδί του νερού και του αέρα, ανέμελο, ανεμοσκορπισμένο. Ακολουθάει το ρέμα μέχρι να το φέρει στα χέρια του ανθρώπου.»

«Άλλοι δρόμοι, πάλι, είναι από πλίνθους που όμορφα λάξευσε ο μάστορας. Οι στράτες αυτές είναι συμπαγείς και καθαρές κι αντέχουνε στη μάνητα της βροχής και του αέρα. Μα θέλουνε περίσσεια τέχνη και μόχθο, και το κούτελο να μη χωρίζει από τον ίδρωτα, ένα να γίνονται ο μόχθος και η σκόνη. Οι πλίνθοι είναι παιδιά του βουνού και της γης, στέρεα και δυνατά. Ορυκτά τα λεν και είναι στην καρδιά του όρους. Για να τα πάρει ο άνθρωπος, βάζει το χέρι βαθιά μέσα στο στήθος του βουνού, και κόβει κομμάτι-κομμάτι την καρδιά, όπως το όρνιο τα σπλάχνα του Προμηθέα.»

«Μα ο πιο αγαπημένος δρόμος, στα πόδια του ανθρώπου, είναι η άσφαλτος. Σμίγει τη γη με το νερό και το βουνό με τον αέρα, τα στοιχειά που παλεύουν αιώνια ποιο θα φάει το άλλο. Έφτιασε ο άνθρωπος την τέχνη κι η τέχνη το τσιμέντο από τα σπλάχνα της γης. Έσμιξε χαλίκι, νερό, τσιμέντο και τα άπλωσε ανακατωμένα, αγκαλιασμένα στη γης. Η άσφαλτος είναι το παιδί του Ανθρώπου.»

«Κάπως έτσι είναι και ο άνθρωπος. Έφτιασε ο Θεός το δρόμο του από νερό κι αέρα. Τον έπιανε με τα χέρια και τον έπλαθε, μα ρευστό το υλικό, ξέφευγε και πιτσιλούσε την Παράδεισο. Καθάριζε ο Θεός την Παράδεισο και σκέφτουνταν, πώς να φτιάξει το δρόμο Του. Τότε, πύκνωσε το χαλίκι και το έφτιασε γη, δυνατή και στέρεη. Μα σαν άνοιξε το στόμα να παινέψει το έργο του, αρχίνισαν να μαλώνουν η γη και το ρευστό, σα μικρά παιδιά που αποζητάνε την πρωτιά του στερνού γιου, του αγαπημένου. Είδε κι απόειδε ο Θεός, κι έπιασε δυο φούχτες, μια από γη και μια από νερό. Πήρε από την Παράδεισο λίγη λάσπη, Ψυχή την είπε, και κόλλησε χαλίκι και βροχή σε μία μορφή, τον Άνθρωπο.»

«Από τότε, οι άνθρωποι πότε έχουν πολύ χαλίκι, πότε πολύ νερό και πότε πολλή λάσπη. Οι πρώτοι στέρεοι και αμετακίνητοι, περιμένουν καρτερικά να τους φάει η βροχή και ο αέρας, ο καιρός. Οι δεύτεροι ρευστοί, εύπλαστοι αλλάζουν συνεχώς μορφή, μα με το πρώτο δυνατό χτύπημα σκορπάνε, γυρνά ο χάλικας στη γη, και το νερό στον ποταμό, και μένει η λάσπη ξέμπαρκη να ξεροψήνεται στον ήλιο, μέχρι να γίνει χώμα και νερό και να ακολουθήσει τα αδέρφια της. Οι τρίτοι, σκέτη ψυχή, όπου αγγίξουν πέτρα και νερό το κάνουν Άνθρωπο, περίσσεια η λάσπη στο κορμί τους. Μα, σαν μένουν μόνοι τους, ζητά η λάσπη να γυρίσει στην Παράδεισο, γιατί ο ήλιος απλώνει την ηλιαχτίδα -μαστίγιο της φαίνεται- και την μαστιγώνει, σαν την μάνα που κουνά επιδεικτικά, με μάνητα  το καλαμόξυλο στο χέρι, υποχρεώνοντας το παιδί να το γυρίσει στο σπίτι. Βαρύ το χρέος να ζει κανείς σα λάσπη ανάμεσα σε χάλικες και στάλες.”

(…)

Advertisements