Αδικαίωμα: Το νομικό δικαίωμα στην αδικία Παρασκευή, Μαρ 13 2009 

justice_

Δικαίωμα είναι ένας όρος που περιγράφει τον αξιωματικά θεσπισμένο στοιχειώδη κανόνα, ο οποίος προασπίζει την ιδιωτική ζωή του ανθρώπου. Ταυτόχρονα είναι η πρώτη λέξη που μαθαίνει κανείς μόλις ανοίγει τα μάτια του στον κόσμο ετούτο.

Το δικαίωμα είναι ο ένας πόλος μιας έννοιας, του δικαίου, που σχετίζεται με το πώς εκφράζει το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο το σεβασμό στην ύπαρξή μου. Ο άλλος πόλος ονομάζεται υποχρέωση και σχετίζεται με το πώς αντιλαμβάνομαι το σεβασμό στην συνύπαρξη με τους επίλοιπους συνανθρώπους. Το δικαίωμα και η υποχρέωση είναι μεταξύ τους «αντιφατικώς ταυτόσημες» λέξεις. Όπως συμβαίνει και στα ευθύγραμμα τμήματα της επιστήμης των μαθηματικών, αν τα εκτείνουμε στο άπειρο, τα άκρα του συμπίπτουν σε ένα και μοναδικό σημείο. Το δε ευθύγραμμο τμήμα μετατρέπεται σε κύκλο ανατροφοδοτώντας το συνολικό του ανάπτυγμα. Κατ’ ανάλογο τρόπο, οι αντιφατικές και αντίθετες έννοιες τείνουν να γίνουν -σε οποιαδήποτε μακρο-σημασιολογική επέκταση- ταυτόσημες. Μένει στο …νου μας να αποφασίσουμε το εύρος των πνευματικών μας οριζόντων. Κι εκείνο που έχει πραγματικά σημασία είναι το πώς πλάθεται η ίδια η έννοια κατά την ιστορική πορεία της, όπως εκείνη φωτογραφίζεται τόσο στον υλικό κόσμο όσο και στον πνευματικό.

Το σύγχρονο νομικό σύστημα είναι τόσο δαιδαλώδες, που ακόμα και οι καλύτεροι της επιστήμης της νομικής σηκώνουν τα χέρια. Το αχανές δεν σχετίζεται με το πλήθος των νομικών προτάσεων, αλλά με το νόημά τους. Ετούτο συμβαίνει διότι παρότι η έννοια του δικαίου είναι την πραγματικότητα ενιαία και αδιάσπαστη, εμείς την οργανώνουμε συστηματικά σε τομείς, με τους οποίους εκείνη εκφράζεται στην καθημερινότητα. Τι όμως σημαίνει ενιαία και αδιάσπαστη έννοια του δικαίου;

Έστω ότι δύο αδέλφια χώρισαν με κάποιο τρόπο τα κτήματά τους σε δύο κομμάτια, εκ των οποίων ο ένας –με κάποιο τρόπο- πήρε μεγαλύτερο κομμάτι από εκείνο που πραγματικά του αναλογούσε. Εδώ έχουμε την πρωτογενή αδικία, που εκφράζεται μέσω του μοιράσματος. Δεν είναι το μοίρασμα η αδικία καθ’ αυτή. Η αδικία ενυπάρχει στη σχηματισμένη λογική των ανθρώπων και εξωτερικεύεται στον υλικό κόσμο. Ο αδικημένος, μην μπορώντας να δικαιωθεί λόγω συνθηκών, νόμων κλπ. στρέφεται στην αυτοδικία. Εδώ διαπράττεται και δεύτερη πράξη αδικίας (δευτερογενής), η οποία όμως τρέφεται από την πρόθεση της πρώτης. Ως νομικό σύστημα είμαστε υποχρεωμένοι να εξετάσουμε τις δύο υποθέσεις χωριστά, σαν να είναι μεταξύ τους μερικώς ή ολικώς ασύνδετα.

Τι σημαίνει όμως στην πραγματικότητα το παραπάνω παράδειγμα; Απλούστατα ότι το δικαίωμα είναι μία έννοια που φέρει ισχύ ανάλογη με την κοινωνική ισχύ των ανθρώπων από τους οποίους εκφράζεται. Ας σκεφτούμε την περίπτωση της μονομαχίας στο Φαρ Ουέστ ή κατά τις αριστοκρατικές Μεσαιωνικές τακτικές. Είχε ο καθένας το δικαίωμα να ζητήσει σε μονομαχία διά σπάθης ή όπλου τον αντίδικό του, ώστε να αποκατασταθεί η τιμή (ηθικό δίκαιο). Όμως, αυτό προϋπόθετε ότι είχε εκπαιδευτεί σε σπάθη ή σε όπλο. Που αυτό προϋπόθετε ότι κατείχε σπάθη ή όπλο και πάει λέγοντας.

Σήμερα, λέμε ότι ο πολίτης έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του (δίκαιο) στα δικαστήρια. Το ρόλο του «όπλου μονομαχίας» πλέον παίρνει ένα σύστημα κοινωνικής ισχύος, που περιλαμβάνει από την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, μέχρι τα αξιώματα, τις κοινωνικές γνωριμίες κλπ. Μάλιστα, το ρόλο της σφαίρας ή της κόψης του σπαθιού αναλαμβάνει άνθρωπος, ο οποίος είναι συγκεκριμένης εκπαιδευτικής βαθμίδας, κοινωνικής θέσεως, οικονομικής ισχύος κλπ. Είναι δυνατόν άνθρωπος που δεν πείνασε να εφαρμόσει αντικειμενικό δίκαιο σε συνάνθρωπο που έκλεψε για να επιβιώσει; Τέτοιες προσεγγίσεις γίνονται μόνο μέσα από την τέχνη, όπως σωστά περιγράφει  η Σώτια Τσώτου και τραγουδά μοναδικά ο Κώστας Χατζής στον «Τρελό της γειτονιάς».

Κάποτε, σύμφωνα με το τραγούδι, ένας φτωχός έκλεψε ένα ψωμί από το φούρναρη κι ο τρελός της γειτονιάς είδε το περιστατικό. Ο φούρναρης κυνήγησε κι έπιασε το φτωχό και τον παρέδωσε στην αστυνομία. Όταν κάλεσαν τον τρελό της γειτονιάς στη δίκη ως μάρτυρα και τον ρώτησαν ποιος είναι ο κλέφτης, εκείνος έδειξε απευθείας τον φούρναρη!  Στην πραγματικότητα, το τραγούδι περιγράφει τον “τρελό” που κρύβουμε μέσα μας. Εκείνο το τμήμα του εαυτού μας που αντιστέκεται στον συμπαγή ορθολογισμό, προσπαθώντας να ισορροπήσει για να διατηρήσει τα στεγανά. Για να γευτεί κανείς το πραγματικά δίκαιο είναι υποχρεωμένος να παραμερίσει το σφάλιστρο της στεγνής εμπειρικής λογικής, που  φράσσει το πηγάδι του λόγου, ανοίγοντας δίοδο προς την άβυσσο του φρέατος που διατηρεί το πολυπόθητο νερό. Η πραγματική τρέλα είναι η προσπάθειά μας να αφυγράνουμε την ξύλινη τάπα του πηγαδιού για να ξεδιψάσουμε, προσπερνώντας την απλή ιδέα πως εκείνη απλώς μας καταδεικνύει την πιθανή θέση υπόγειου υδάτινου ορίζοντα. Μπρος σε αυτήν την απονόηση, εκείνος που επιμένει να σηκώσουμε την τάπα φαντάζει τρελός. Μέσα στη θολούρα της αφυδάτωσης, που μας έχει κυριεύσει, τον ραπίζουμε και τον στέλνουμε πίσω στην έρημο επιστρέφοντας στην κύρια εργασία μας: τη μελέτη του αποτελεσματικότερου τρόπου στυψίματος της ξύλινης τάπας .

Ο καθένας μας έχει πιάσει το νου του να δημιουργεί «παράλογα νοήματα», για τα οποία, παραδόξως, δεν αισθάνεται καθόλου μειονεκτικά. Άλλωστε, μύθοι όπως εκείνος του «Ρομπέν των δασών» καταδεικνύουν ακριβώς αυτή την ανάγκη του ανθρώπου για συνειδησιακή δικαιοσύνη: οι νόμοι δεν περιγράφουν το δίκαιο του ανθρώπου, αλλά περιχαράσσουν το δίκαιο της επιστήμης. Το πρώτο ενυπάρχει στο Λόγο, στη συνείδηση του ανθρώπου που συναρμόζεται στα θεμελιώδη δομικά στοιχεία του πνεύματος. Το δεύτερο παράγεται από τη λογική και το εμπειριοκρατικό πλαίσιο της κοινωνιολογικής συμπτωματολογίας που σχετίζεται με το επίχρισμα του κατασκευάσματος της νόησης.

Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η αιτία του ενισχυμένου ρόλου της λογικής στα κοινωνικά σύνολα. Λογική είναι η διαδικασία περιγραφής του «φαίνεσθαι». Όμως το «φαίνεσθαι» πάντοτε ακολουθεί το «είναι» ως εξωστρεφής ιδιότητά του. Ποτέ δεν το δημιουργεί. Είναι σαν αν προσπαθούμε να δείξουμε ένα αντικείμενο που κινείται ταχύτατα στον ουρανό. Όπου και να δείξουμε με το δάχτυλο, πάλι θα αστοχήσουμε. Και θα συμβαίνει μέχρι να παραδοθούμε στην ουσία του φαινομένου: η κίνηση, η ροή είναι φυσική ιδιότητα κι όχι απλή τεχνική δυνατότητά του. Τότε, θα αφήσουμε το δάκτυλο να ταυτιστεί με την κίνηση του αντικειμένου, να το χαϊδέψει σε μία νοητή επαφή, ώστε να «δανειστεί» λίγη από την ιδιότητά του μέσα από την διαδικασία της κατοπτρικής ταύτισης.

Έτσι ακριβώς και στο πνευματικό κομμάτι του ανθρώπου. Το δίκαιο είναι έλλογη κοινωνική ιδιότητά του, κι όχι λογική ατομική δυνατότητα. Συνοδεύει τη συλλογική νόηση. Δεν παράγεται από την αυτοτελή νόηση του ατόμου, ασχέτως αν εμείς θεωρούμε (προσωποκεντρικά) ότι συλλαμβάνεται ή διατυπώνεται από εκείνη. Επιδεικνύοντας με υπερέκταση του δείκτη  μας το δίκαιο ή άδικο σε έναν μεμονωμένο άνθρωπο, χάνουμε την ουσία του λόγου που αποτελεί αναπόσπαστη ιδιότητα της ανθρωπότητας κι όχι ενός μεμονωμένου στοιχείου της, όπως αν επικεντρωθούμε σε μία φωτισμένη πέτρα ψάχνοντας το φως χάνουμε την πηγή του: τον ήλιο.

Περί όνου …ισχύος. Τρίτη, Μαρ 3 2009 


Πληρότητα και ανομοιογένεια

Πληρότητα και ανομοιογένεια (από την ιστοσελίδα www.paulhina.com)


Ισχύς. Λέξη που χρησιμοποιείται σε πλήθος εκφράσεων, με διαφορετική προσέγγιση κάθε φορά. Ισχύς πυρός, προωθητική ισχύς, ισχυρό κύμα, ισχυρός άνθρωπος, ισχυρή δημοκρατία, νομική ισχύς, ισχύον πολίτευμα κλπ. Όμως στην πραγματικότητα τι σημαίνει η λέξη ισχύς και τα παράγωγά της;

Το πώς ακριβώς χρησιμοποιείται η λέξη ισχύς περιγράφεται επαρκώς στα λεξικά της νεοελληνικής, όπως για παράδειγμα, σε εκείνο το αρκετά εύστοχο του Τριανταφυλλίδη. Όμως, όπως συμβαίνει με όλες οι έννοιες, η σημασιολογία περιορίζεται σε απλή περιγραφή των χρηστικών δυνατοτήτων της λέξης, αντί της ερμηνειολογίας. Συνήθως, δε, η απλή παρακολούθηση μιας σημασιολογικής πορείας αντιστοιχεί στην συμπτωματολογική παρακολούθηση της γλώσσας, η οποία παρέχει μεν σημαντικές επεξηγήσεις και αναλύσεις, μα δεν αποτελεί ουσιαστικό και πηγαίο, παιδευτικό χαρακτηριστικό για την εξελισσόμενη κοινωνία.

Στην πραγματικότητα, ισχύς είναι η επιρροή ενός υποκειμένου στο περιβάλλον του ή σε αντικείμενα του περιβάλλοντος, ώστε να καταστούν ικανές και δυνατές οι πηγαίες επιταγές του. Τι σημαίνει αυτό; Ότι στην πραγματικότητα, ισχύς είναι μία ακαθόριστη δύναμη εξωτερίκευσης του ενστίκτου επιβίωσης. Ας δώσω παραδείγματα ισχύος, για να γίνει σαφέστερο…

Ισχυρό κίνητρο, ονομάζεται το κίνητρο που παρέχει βιωσιμότητα μιας θέσης σε νομικό επίπεδο. Χωρίς την παρουσία ισχυρού κινήτρου, κάθε νομική θέση που βασίζεται σε εκείνο δεν δύναται να «επιβιώσει» και απορρίπτεται μαζί με εκείνο. Ισχύον καθεστώς είναι εκείνο το σύστημα που επιβιώνει μέσα από μία κατάσταση επιρροής στις επιμέρους συνιστώσες. Γι’ αυτό και κάθε ισχύον καθεστώς, εξωτερικεύει την εσωτερική του ανάγκη για επιβίωση, προς κάθε πιθανή κατεύθυνση, ακόμη και προς τα συστατικά του. Ισχυρό όπλο είναι το όπλο που έχει την ικανότητα να μας φέρει σε πλεονεκτική θέση έναντι του αντιπάλου, σε μία κατάσταση επιβίωσης. Ειδάλλως, για τον χαρακτηρισμό του με βάση τη φέρουσα ενέργεια και το παραχθέν αποτέλεσμα, ονομάζεται «υψηλής αρχικής ταχύτητας», «διατρητικής ικανότητας», «υψηλής ενέργειας βλήματος» κλπ. Ισχυρογνώμων δεν είναι εκείνος που εκφέρει ισχυρώς μία άποψη, αλλά εκείνος που είναι φορέας μιας άποψης με έντονο το «αίσθημα» αυτοσυντήρησής της (σε ιδεατό επίπεδο). Έτσι, ο ισχυρογνώμων (ο φέρων ισχυρή γνώμη) δεν χρησιμοποιεί την άποψή του για να αποκτήσει ισχύ, αλλά αντίθετα, η φέρουσα άποψή του έχει αποκτήσει ισχύ έναντι του ιδίου (ιδεοληψία) και εν συνεχεία μέσω εκείνου επιβάλλεται στο περιβάλλον του.

Όπως ανέφερα και στο θέμα της εργατιάς, έργο είναι η διαδικασία παραγωγής εξωτερικού αποτελέσματος με χρήση εν-έργειας, δηλαδή εσωτερικού δυναμικού φορτίου. Η ισχύς είναι σε εννοιολογικό επίπεδο το ένα σκέλος της αμφίδρομης δύναμης αλληλοσυσχετισμού μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αντικειμένων. Η έκπτωση της σημασίας της λέξεως είναι αρκετά εμφανής πχ. στη χρήση της έκφρασης «δέχτηκε ισχυρή γροθιά», που ερμηνεύεται ως «υπέστη έντονη ενεργειακή κρούση από πυγμή». Στην πραγματικότητα, ο όρος «ισχυρή γροθιά» δεν ερμηνεύεται αυτούσια ως «γροθιά υψηλής φέρουσας ενέργειας» παρά το γεγονός ότι συνήθως οι ισχυρές γροθιές φέρουν αυξημένες ποσότητες ενέργειας. Εκείνο που ουσιαστικά περιγράφει η φράση «ισχυρή γροθιά», είναι η προσφορά του συγκεκριμένου χτυπήματος στην αγωνιστική «επιβίωση» του αθλητή, στα αθλητικά πλαίσια, έναντι του αντιπάλου του. Έτσι, ισχυρό μπορεί να είναι κι ένα απλώς τεχνικό χτύπημα που θα προκαλέσει ανισορροπία δυνάμεων και πλεονέκτημα νίκης στον αθλητή ενήργησε έναντι του αντιπάλου του.

Για να διαπιστώσει κανείς την διαφορετικότητα μεταξύ του “ισχυρού” και του “ακλόνητου” θα θέσω δύο παραδείγματα. Η ισχυρή αντισεισιμική προστασία στις οικοδομές δεν προβλέπει μόνο ακλόνητα στοιχεία και φορείς (δοκοί κλπ), αλλά ταυτόχρονα μελετά την ύπαρξη ανίσχυρων δομών (τοιχοι κλπ) τα οποία με την  ρώγμωση ή κατάρρευσή τους θα εκτονώσουν μέρος της σεισμικής ενέργειας που μεταφέρεται στην κατασκευή. Αντίστοιχα, στα αυτοκίνητα, μία κατασκευή ισχυρού αμαξώματος προβλέπει μεταξύ των άλλων την πλήρη και αρμονική διάλυσή του σε περιπτώσεις σύγκρουσης, ώστε να μην κινδυνέψουν οι επιβάτες κατά τη διάρκειά τους. Σε πολεμικά οχήματα, η αμυντική ισχύς ονομάζεται κυρίως θωράκιση και σχετίζεται τόσο με την αντοχή σε κρούσεις (παθητική), όσο και με την σταδιακή εκτόνωση της επίθεσης του αντιπάλου (ενεργητική). Κατά την ενεργητική θωράκιση, χρησιμοποιούμε μέσα που αντί να αντιτάξουν ισχύ στην ισχύ, προκαλούν μερικές εκτονώσεις ή παρεκτροπές στην αντίπαλη επίθεση. Έτσι, η ισχυρή ενεργητική θωράκιση δεν  ταυτίζεται με την ακλόνητη , μα αντίθετα, συνιστά ελεγχόμενα καταστροφική θωράκιση.

Είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το πνευματικό πλαίσιο γύρω από τις έννοιες, όταν έχει μάθει, μέσω της εκπαίδευσης, να αντιμετωπίζει τις έννοιες εμπειριοκρατικά, με βάση αποκλειστικά τις αισθήσεις του και την εγωκεντρική στάση ζωής (για να καταλάβω κάτι πρέπει να το υποστώ σε βιολογικό επίπεδο). Εντούτοις, η αποδοχή των εννοιών και επικράτηση αυτών έναντι των εμπειριών, αποτέλεσε τον σπινθήρα για τις πολιτισμικές εκρήξεις ανά τις εποχές, σε αντίθεση με τον εμπειρισμό που πάντοτε προήγαγε τον τομέα της τεχνολογίας. Αυτός είναι άλλωστε κι ο λόγος που σήμερα βιώνουμε θεάματα και ανέσεις, τεχνοτροπίες και απολαύσεις, μην μπορώντας φυσιολογικά να κατανοήσουμε τα αντίστοιχα: συναίσθηση, πληρότητα, τέχνη, ευδαιμονία.

Κατά την επιστροφή μας στην έννοια της ισχύος, δεν μπορώ να μην σταθώ στον εννοιολογικό αποπροσανατολισμό μας κατά τους τελευταίους τρεις αιώνες περίπου, δηλαδή την τεχνολογική έκρηξη μέσω του εμπειρισμού, που παρόμοιό του αμφιβάλλω αν έχει γνωρίσει ο άνθρωπος. Η ισχύς μετατράπηκε σε μαθηματικό παράγωγο της ενέργειας (έργου), λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική διάσταση. Κάπως έτσι επικράτησε και η έκφραση «ισχυρή έκρηξη» που υποδηλώνει δυναμική έκλυση τεραστίων ποσοτήτων ενέργειας σε μικρό χρονικό διάστημα, τη στιγμή που υπάρχει ήδη η επιστημονική έκφραση «εκρηκτική εκτόνωση» ή «εκρηκτική έκλυση ενέργειας». Σαφώς και δεν ευθύνεται η επιστήμη για την ισοπέδωση της έννοιας, όμως συνηθίσαμε να θεωρούμε πως η ισχύς είναι αποκλειστικά μέγεθος αποτελέσματος, λησμονώντας πως λόγω της οικονομίας και πνευματικής εργονομίας, δεν υπήρχε κανένας λόγος να χρησιμοποιούμε στην γλώσσα μας ταυτόσημες λέξεις, τις οποίες κακώς αναγνωρίσαμε ως «θησαυρό» και ομόσημες. Επί της ουσίας δεν υπάρχουν ομόσημες λέξεις, μα συγγενείς και εννοιολογικά γειτνιάζουσες, ακόμη και περιγραφικά προσεγγίζουσες, ανάλογα με την οπτική γωνία που ενίοτε επιλέγουμε. Έτσι, αν αναφερθούμε στο καθοριστικό χτύπημα του πυγμάχου ως «ισχυρό» και «δυνατό» ταυτόχρονα, δεν σημαίνει ότι πλεονάζουμε, δεδομένου ότι το ισχυρό «περιγράφει» τον μερικό συσχετισμό νίκης και το «δυνατό» την μηχανική δυναμική του χτυπήματος. Ένας πυγμάχος μπορεί να «φυσήξει» τον ετοιμόρροπο αντίπαλό του σωριάζοντάς τον στο έδαφος, χωρίς όμως το φύσημα να θεωρείται «ισχυρός» παράγοντας νίκης, καθώς δεν καθόρισε τη νίκη σε σημαντικό βαθμό σε αντίθεση με ένα άλλο χτύπημα που δεν έδωσε άμεσα τη νίκη, μα δημιούργησε τη βασική ανισορροπία δυνάμεων, της οποίας άμεσο επακόλουθο ήταν η επικράτηση.

Κάπου εδώ, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς συμβαίνει στην γλώσσα μας, κι ενώ το επίπεδο εκπαίδευσης έχει ανέλθει ποσοτικώς (απαντάται το μέσο κι ανώτερο επίπεδο εκπαίδευσης στους περισσότερους εξ ημων), η γλωσσική πενία «θερίζει τα πνευματικά στομάχια» της κοινωνίας μας. Δεν είναι ότι δεν θέλουμε να πλουτίσουμε πνευματικά, είναι ότι δεν μπορούμε πλέον. Σε μία μεταφορά, αν κάποιον από εμάς, αποκόπταμε από την υπάρχουσα μαγειρική παράδοση καθ’ όλη τη ζωή του, και τον απομονώναμε σε ένα νησί με όλα τα πρωτογενή αγαθά στην διάθεσή του, θα έτρωγε ρίζες και βρύα και ξερό σιτάρι, μη γνωρίζοντας την ίδια την ουσία και λειτουργία της μαγειρικής. Και μάλιστα θα ήταν και ευτυχισμένος που θα έτρωγε άφθονο σανό, παρέα με τον αξιαγάπητο όνο. Κάπως έτσι είμαστε και στη γλώσσα: χάσαμε την πραγματική «γεύση» των εννοιών απομακρυσμένοι από το βασικό νόημα και λειτουργία της επικοινωνίας, και πλέον είμαστε ευτυχισμένοι με τον λεκτικό «σανό», έχοντας, μεν, στη διάθεσή μας όλα τα πνευματικά αγαθά του κόσμου, μη γνωρίζοντας , δε, τι ακριβώς να κάνουμε με αυτά. Κι αν είμαστε ευτυχείς για την ικανότητά μας να περιορίζουμε το σύνολο των εννοιών της καθημερινότητάς μας στον αριθμό των 250 λέξεων που χρησιμοποιούμε ημερισίως, θεωρώ εξίσου ευτυχή και εξελιγμένο και τον αξιαγάπητο όνο που χρησιμοποιεί άλλες τόσες περίπου παραλλαγές του γκαρίσματος, χωρίς να αξιώνει υπολογιστές και γραβάτες.