Αδικαίωμα: Το νομικό δικαίωμα στην αδικία

justice_

Δικαίωμα είναι ένας όρος που περιγράφει τον αξιωματικά θεσπισμένο στοιχειώδη κανόνα, ο οποίος προασπίζει την ιδιωτική ζωή του ανθρώπου. Ταυτόχρονα είναι η πρώτη λέξη που μαθαίνει κανείς μόλις ανοίγει τα μάτια του στον κόσμο ετούτο.

Το δικαίωμα είναι ο ένας πόλος μιας έννοιας, του δικαίου, που σχετίζεται με το πώς εκφράζει το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο το σεβασμό στην ύπαρξή μου. Ο άλλος πόλος ονομάζεται υποχρέωση και σχετίζεται με το πώς αντιλαμβάνομαι το σεβασμό στην συνύπαρξη με τους επίλοιπους συνανθρώπους. Το δικαίωμα και η υποχρέωση είναι μεταξύ τους «αντιφατικώς ταυτόσημες» λέξεις. Όπως συμβαίνει και στα ευθύγραμμα τμήματα της επιστήμης των μαθηματικών, αν τα εκτείνουμε στο άπειρο, τα άκρα του συμπίπτουν σε ένα και μοναδικό σημείο. Το δε ευθύγραμμο τμήμα μετατρέπεται σε κύκλο ανατροφοδοτώντας το συνολικό του ανάπτυγμα. Κατ’ ανάλογο τρόπο, οι αντιφατικές και αντίθετες έννοιες τείνουν να γίνουν -σε οποιαδήποτε μακρο-σημασιολογική επέκταση- ταυτόσημες. Μένει στο …νου μας να αποφασίσουμε το εύρος των πνευματικών μας οριζόντων. Κι εκείνο που έχει πραγματικά σημασία είναι το πώς πλάθεται η ίδια η έννοια κατά την ιστορική πορεία της, όπως εκείνη φωτογραφίζεται τόσο στον υλικό κόσμο όσο και στον πνευματικό.

Το σύγχρονο νομικό σύστημα είναι τόσο δαιδαλώδες, που ακόμα και οι καλύτεροι της επιστήμης της νομικής σηκώνουν τα χέρια. Το αχανές δεν σχετίζεται με το πλήθος των νομικών προτάσεων, αλλά με το νόημά τους. Ετούτο συμβαίνει διότι παρότι η έννοια του δικαίου είναι την πραγματικότητα ενιαία και αδιάσπαστη, εμείς την οργανώνουμε συστηματικά σε τομείς, με τους οποίους εκείνη εκφράζεται στην καθημερινότητα. Τι όμως σημαίνει ενιαία και αδιάσπαστη έννοια του δικαίου;

Έστω ότι δύο αδέλφια χώρισαν με κάποιο τρόπο τα κτήματά τους σε δύο κομμάτια, εκ των οποίων ο ένας –με κάποιο τρόπο- πήρε μεγαλύτερο κομμάτι από εκείνο που πραγματικά του αναλογούσε. Εδώ έχουμε την πρωτογενή αδικία, που εκφράζεται μέσω του μοιράσματος. Δεν είναι το μοίρασμα η αδικία καθ’ αυτή. Η αδικία ενυπάρχει στη σχηματισμένη λογική των ανθρώπων και εξωτερικεύεται στον υλικό κόσμο. Ο αδικημένος, μην μπορώντας να δικαιωθεί λόγω συνθηκών, νόμων κλπ. στρέφεται στην αυτοδικία. Εδώ διαπράττεται και δεύτερη πράξη αδικίας (δευτερογενής), η οποία όμως τρέφεται από την πρόθεση της πρώτης. Ως νομικό σύστημα είμαστε υποχρεωμένοι να εξετάσουμε τις δύο υποθέσεις χωριστά, σαν να είναι μεταξύ τους μερικώς ή ολικώς ασύνδετα.

Τι σημαίνει όμως στην πραγματικότητα το παραπάνω παράδειγμα; Απλούστατα ότι το δικαίωμα είναι μία έννοια που φέρει ισχύ ανάλογη με την κοινωνική ισχύ των ανθρώπων από τους οποίους εκφράζεται. Ας σκεφτούμε την περίπτωση της μονομαχίας στο Φαρ Ουέστ ή κατά τις αριστοκρατικές Μεσαιωνικές τακτικές. Είχε ο καθένας το δικαίωμα να ζητήσει σε μονομαχία διά σπάθης ή όπλου τον αντίδικό του, ώστε να αποκατασταθεί η τιμή (ηθικό δίκαιο). Όμως, αυτό προϋπόθετε ότι είχε εκπαιδευτεί σε σπάθη ή σε όπλο. Που αυτό προϋπόθετε ότι κατείχε σπάθη ή όπλο και πάει λέγοντας.

Σήμερα, λέμε ότι ο πολίτης έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του (δίκαιο) στα δικαστήρια. Το ρόλο του «όπλου μονομαχίας» πλέον παίρνει ένα σύστημα κοινωνικής ισχύος, που περιλαμβάνει από την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, μέχρι τα αξιώματα, τις κοινωνικές γνωριμίες κλπ. Μάλιστα, το ρόλο της σφαίρας ή της κόψης του σπαθιού αναλαμβάνει άνθρωπος, ο οποίος είναι συγκεκριμένης εκπαιδευτικής βαθμίδας, κοινωνικής θέσεως, οικονομικής ισχύος κλπ. Είναι δυνατόν άνθρωπος που δεν πείνασε να εφαρμόσει αντικειμενικό δίκαιο σε συνάνθρωπο που έκλεψε για να επιβιώσει; Τέτοιες προσεγγίσεις γίνονται μόνο μέσα από την τέχνη, όπως σωστά περιγράφει  η Σώτια Τσώτου και τραγουδά μοναδικά ο Κώστας Χατζής στον «Τρελό της γειτονιάς».

Κάποτε, σύμφωνα με το τραγούδι, ένας φτωχός έκλεψε ένα ψωμί από το φούρναρη κι ο τρελός της γειτονιάς είδε το περιστατικό. Ο φούρναρης κυνήγησε κι έπιασε το φτωχό και τον παρέδωσε στην αστυνομία. Όταν κάλεσαν τον τρελό της γειτονιάς στη δίκη ως μάρτυρα και τον ρώτησαν ποιος είναι ο κλέφτης, εκείνος έδειξε απευθείας τον φούρναρη!  Στην πραγματικότητα, το τραγούδι περιγράφει τον “τρελό” που κρύβουμε μέσα μας. Εκείνο το τμήμα του εαυτού μας που αντιστέκεται στον συμπαγή ορθολογισμό, προσπαθώντας να ισορροπήσει για να διατηρήσει τα στεγανά. Για να γευτεί κανείς το πραγματικά δίκαιο είναι υποχρεωμένος να παραμερίσει το σφάλιστρο της στεγνής εμπειρικής λογικής, που  φράσσει το πηγάδι του λόγου, ανοίγοντας δίοδο προς την άβυσσο του φρέατος που διατηρεί το πολυπόθητο νερό. Η πραγματική τρέλα είναι η προσπάθειά μας να αφυγράνουμε την ξύλινη τάπα του πηγαδιού για να ξεδιψάσουμε, προσπερνώντας την απλή ιδέα πως εκείνη απλώς μας καταδεικνύει την πιθανή θέση υπόγειου υδάτινου ορίζοντα. Μπρος σε αυτήν την απονόηση, εκείνος που επιμένει να σηκώσουμε την τάπα φαντάζει τρελός. Μέσα στη θολούρα της αφυδάτωσης, που μας έχει κυριεύσει, τον ραπίζουμε και τον στέλνουμε πίσω στην έρημο επιστρέφοντας στην κύρια εργασία μας: τη μελέτη του αποτελεσματικότερου τρόπου στυψίματος της ξύλινης τάπας .

Ο καθένας μας έχει πιάσει το νου του να δημιουργεί «παράλογα νοήματα», για τα οποία, παραδόξως, δεν αισθάνεται καθόλου μειονεκτικά. Άλλωστε, μύθοι όπως εκείνος του «Ρομπέν των δασών» καταδεικνύουν ακριβώς αυτή την ανάγκη του ανθρώπου για συνειδησιακή δικαιοσύνη: οι νόμοι δεν περιγράφουν το δίκαιο του ανθρώπου, αλλά περιχαράσσουν το δίκαιο της επιστήμης. Το πρώτο ενυπάρχει στο Λόγο, στη συνείδηση του ανθρώπου που συναρμόζεται στα θεμελιώδη δομικά στοιχεία του πνεύματος. Το δεύτερο παράγεται από τη λογική και το εμπειριοκρατικό πλαίσιο της κοινωνιολογικής συμπτωματολογίας που σχετίζεται με το επίχρισμα του κατασκευάσματος της νόησης.

Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η αιτία του ενισχυμένου ρόλου της λογικής στα κοινωνικά σύνολα. Λογική είναι η διαδικασία περιγραφής του «φαίνεσθαι». Όμως το «φαίνεσθαι» πάντοτε ακολουθεί το «είναι» ως εξωστρεφής ιδιότητά του. Ποτέ δεν το δημιουργεί. Είναι σαν αν προσπαθούμε να δείξουμε ένα αντικείμενο που κινείται ταχύτατα στον ουρανό. Όπου και να δείξουμε με το δάχτυλο, πάλι θα αστοχήσουμε. Και θα συμβαίνει μέχρι να παραδοθούμε στην ουσία του φαινομένου: η κίνηση, η ροή είναι φυσική ιδιότητα κι όχι απλή τεχνική δυνατότητά του. Τότε, θα αφήσουμε το δάκτυλο να ταυτιστεί με την κίνηση του αντικειμένου, να το χαϊδέψει σε μία νοητή επαφή, ώστε να «δανειστεί» λίγη από την ιδιότητά του μέσα από την διαδικασία της κατοπτρικής ταύτισης.

Έτσι ακριβώς και στο πνευματικό κομμάτι του ανθρώπου. Το δίκαιο είναι έλλογη κοινωνική ιδιότητά του, κι όχι λογική ατομική δυνατότητα. Συνοδεύει τη συλλογική νόηση. Δεν παράγεται από την αυτοτελή νόηση του ατόμου, ασχέτως αν εμείς θεωρούμε (προσωποκεντρικά) ότι συλλαμβάνεται ή διατυπώνεται από εκείνη. Επιδεικνύοντας με υπερέκταση του δείκτη  μας το δίκαιο ή άδικο σε έναν μεμονωμένο άνθρωπο, χάνουμε την ουσία του λόγου που αποτελεί αναπόσπαστη ιδιότητα της ανθρωπότητας κι όχι ενός μεμονωμένου στοιχείου της, όπως αν επικεντρωθούμε σε μία φωτισμένη πέτρα ψάχνοντας το φως χάνουμε την πηγή του: τον ήλιο.

Δημοσιεύθηκε στο: on Μαρτίου 13, 2009 at 5:01 μμ Σχόλια (12)

Περί όνου …ισχύος.


Πληρότητα και ανομοιογένεια

Πληρότητα και ανομοιογένεια (από την ιστοσελίδα www.paulhina.com)


Ισχύς. Λέξη που χρησιμοποιείται σε πλήθος εκφράσεων, με διαφορετική προσέγγιση κάθε φορά. Ισχύς πυρός, προωθητική ισχύς, ισχυρό κύμα, ισχυρός άνθρωπος, ισχυρή δημοκρατία, νομική ισχύς, ισχύον πολίτευμα κλπ. Όμως στην πραγματικότητα τι σημαίνει η λέξη ισχύς και τα παράγωγά της;

Το πώς ακριβώς χρησιμοποιείται η λέξη ισχύς περιγράφεται επαρκώς στα λεξικά της νεοελληνικής, όπως για παράδειγμα, σε εκείνο το αρκετά εύστοχο του Τριανταφυλλίδη. Όμως, όπως συμβαίνει με όλες οι έννοιες, η σημασιολογία περιορίζεται σε απλή περιγραφή των χρηστικών δυνατοτήτων της λέξης, αντί της ερμηνειολογίας. Συνήθως, δε, η απλή παρακολούθηση μιας σημασιολογικής πορείας αντιστοιχεί στην συμπτωματολογική παρακολούθηση της γλώσσας, η οποία παρέχει μεν σημαντικές επεξηγήσεις και αναλύσεις, μα δεν αποτελεί ουσιαστικό και πηγαίο, παιδευτικό χαρακτηριστικό για την εξελισσόμενη κοινωνία.

Στην πραγματικότητα, ισχύς είναι η επιρροή ενός υποκειμένου στο περιβάλλον του ή σε αντικείμενα του περιβάλλοντος, ώστε να καταστούν ικανές και δυνατές οι πηγαίες επιταγές του. Τι σημαίνει αυτό; Ότι στην πραγματικότητα, ισχύς είναι μία ακαθόριστη δύναμη εξωτερίκευσης του ενστίκτου επιβίωσης. Ας δώσω παραδείγματα ισχύος, για να γίνει σαφέστερο…

Ισχυρό κίνητρο, ονομάζεται το κίνητρο που παρέχει βιωσιμότητα μιας θέσης σε νομικό επίπεδο. Χωρίς την παρουσία ισχυρού κινήτρου, κάθε νομική θέση που βασίζεται σε εκείνο δεν δύναται να «επιβιώσει» και απορρίπτεται μαζί με εκείνο. Ισχύον καθεστώς είναι εκείνο το σύστημα που επιβιώνει μέσα από μία κατάσταση επιρροής στις επιμέρους συνιστώσες. Γι’ αυτό και κάθε ισχύον καθεστώς, εξωτερικεύει την εσωτερική του ανάγκη για επιβίωση, προς κάθε πιθανή κατεύθυνση, ακόμη και προς τα συστατικά του. Ισχυρό όπλο είναι το όπλο που έχει την ικανότητα να μας φέρει σε πλεονεκτική θέση έναντι του αντιπάλου, σε μία κατάσταση επιβίωσης. Ειδάλλως, για τον χαρακτηρισμό του με βάση τη φέρουσα ενέργεια και το παραχθέν αποτέλεσμα, ονομάζεται «υψηλής αρχικής ταχύτητας», «διατρητικής ικανότητας», «υψηλής ενέργειας βλήματος» κλπ. Ισχυρογνώμων δεν είναι εκείνος που εκφέρει ισχυρώς μία άποψη, αλλά εκείνος που είναι φορέας μιας άποψης με έντονο το «αίσθημα» αυτοσυντήρησής της (σε ιδεατό επίπεδο). Έτσι, ο ισχυρογνώμων (ο φέρων ισχυρή γνώμη) δεν χρησιμοποιεί την άποψή του για να αποκτήσει ισχύ, αλλά αντίθετα, η φέρουσα άποψή του έχει αποκτήσει ισχύ έναντι του ιδίου (ιδεοληψία) και εν συνεχεία μέσω εκείνου επιβάλλεται στο περιβάλλον του.

Όπως ανέφερα και στο θέμα της εργατιάς, έργο είναι η διαδικασία παραγωγής εξωτερικού αποτελέσματος με χρήση εν-έργειας, δηλαδή εσωτερικού δυναμικού φορτίου. Η ισχύς είναι σε εννοιολογικό επίπεδο το ένα σκέλος της αμφίδρομης δύναμης αλληλοσυσχετισμού μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αντικειμένων. Η έκπτωση της σημασίας της λέξεως είναι αρκετά εμφανής πχ. στη χρήση της έκφρασης «δέχτηκε ισχυρή γροθιά», που ερμηνεύεται ως «υπέστη έντονη ενεργειακή κρούση από πυγμή». Στην πραγματικότητα, ο όρος «ισχυρή γροθιά» δεν ερμηνεύεται αυτούσια ως «γροθιά υψηλής φέρουσας ενέργειας» παρά το γεγονός ότι συνήθως οι ισχυρές γροθιές φέρουν αυξημένες ποσότητες ενέργειας. Εκείνο που ουσιαστικά περιγράφει η φράση «ισχυρή γροθιά», είναι η προσφορά του συγκεκριμένου χτυπήματος στην αγωνιστική «επιβίωση» του αθλητή, στα αθλητικά πλαίσια, έναντι του αντιπάλου του. Έτσι, ισχυρό μπορεί να είναι κι ένα απλώς τεχνικό χτύπημα που θα προκαλέσει ανισορροπία δυνάμεων και πλεονέκτημα νίκης στον αθλητή ενήργησε έναντι του αντιπάλου του.

Για να διαπιστώσει κανείς την διαφορετικότητα μεταξύ του “ισχυρού” και του “ακλόνητου” θα θέσω δύο παραδείγματα. Η ισχυρή αντισεισιμική προστασία στις οικοδομές δεν προβλέπει μόνο ακλόνητα στοιχεία και φορείς (δοκοί κλπ), αλλά ταυτόχρονα μελετά την ύπαρξη ανίσχυρων δομών (τοιχοι κλπ) τα οποία με την  ρώγμωση ή κατάρρευσή τους θα εκτονώσουν μέρος της σεισμικής ενέργειας που μεταφέρεται στην κατασκευή. Αντίστοιχα, στα αυτοκίνητα, μία κατασκευή ισχυρού αμαξώματος προβλέπει μεταξύ των άλλων την πλήρη και αρμονική διάλυσή του σε περιπτώσεις σύγκρουσης, ώστε να μην κινδυνέψουν οι επιβάτες κατά τη διάρκειά τους. Σε πολεμικά οχήματα, η αμυντική ισχύς ονομάζεται κυρίως θωράκιση και σχετίζεται τόσο με την αντοχή σε κρούσεις (παθητική), όσο και με την σταδιακή εκτόνωση της επίθεσης του αντιπάλου (ενεργητική). Κατά την ενεργητική θωράκιση, χρησιμοποιούμε μέσα που αντί να αντιτάξουν ισχύ στην ισχύ, προκαλούν μερικές εκτονώσεις ή παρεκτροπές στην αντίπαλη επίθεση. Έτσι, η ισχυρή ενεργητική θωράκιση δεν  ταυτίζεται με την ακλόνητη , μα αντίθετα, συνιστά ελεγχόμενα καταστροφική θωράκιση.

Είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το πνευματικό πλαίσιο γύρω από τις έννοιες, όταν έχει μάθει, μέσω της εκπαίδευσης, να αντιμετωπίζει τις έννοιες εμπειριοκρατικά, με βάση αποκλειστικά τις αισθήσεις του και την εγωκεντρική στάση ζωής (για να καταλάβω κάτι πρέπει να το υποστώ σε βιολογικό επίπεδο). Εντούτοις, η αποδοχή των εννοιών και επικράτηση αυτών έναντι των εμπειριών, αποτέλεσε τον σπινθήρα για τις πολιτισμικές εκρήξεις ανά τις εποχές, σε αντίθεση με τον εμπειρισμό που πάντοτε προήγαγε τον τομέα της τεχνολογίας. Αυτός είναι άλλωστε κι ο λόγος που σήμερα βιώνουμε θεάματα και ανέσεις, τεχνοτροπίες και απολαύσεις, μην μπορώντας φυσιολογικά να κατανοήσουμε τα αντίστοιχα: συναίσθηση, πληρότητα, τέχνη, ευδαιμονία.

Κατά την επιστροφή μας στην έννοια της ισχύος, δεν μπορώ να μην σταθώ στον εννοιολογικό αποπροσανατολισμό μας κατά τους τελευταίους τρεις αιώνες περίπου, δηλαδή την τεχνολογική έκρηξη μέσω του εμπειρισμού, που παρόμοιό του αμφιβάλλω αν έχει γνωρίσει ο άνθρωπος. Η ισχύς μετατράπηκε σε μαθηματικό παράγωγο της ενέργειας (έργου), λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική διάσταση. Κάπως έτσι επικράτησε και η έκφραση «ισχυρή έκρηξη» που υποδηλώνει δυναμική έκλυση τεραστίων ποσοτήτων ενέργειας σε μικρό χρονικό διάστημα, τη στιγμή που υπάρχει ήδη η επιστημονική έκφραση «εκρηκτική εκτόνωση» ή «εκρηκτική έκλυση ενέργειας». Σαφώς και δεν ευθύνεται η επιστήμη για την ισοπέδωση της έννοιας, όμως συνηθίσαμε να θεωρούμε πως η ισχύς είναι αποκλειστικά μέγεθος αποτελέσματος, λησμονώντας πως λόγω της οικονομίας και πνευματικής εργονομίας, δεν υπήρχε κανένας λόγος να χρησιμοποιούμε στην γλώσσα μας ταυτόσημες λέξεις, τις οποίες κακώς αναγνωρίσαμε ως «θησαυρό» και ομόσημες. Επί της ουσίας δεν υπάρχουν ομόσημες λέξεις, μα συγγενείς και εννοιολογικά γειτνιάζουσες, ακόμη και περιγραφικά προσεγγίζουσες, ανάλογα με την οπτική γωνία που ενίοτε επιλέγουμε. Έτσι, αν αναφερθούμε στο καθοριστικό χτύπημα του πυγμάχου ως «ισχυρό» και «δυνατό» ταυτόχρονα, δεν σημαίνει ότι πλεονάζουμε, δεδομένου ότι το ισχυρό «περιγράφει» τον μερικό συσχετισμό νίκης και το «δυνατό» την μηχανική δυναμική του χτυπήματος. Ένας πυγμάχος μπορεί να «φυσήξει» τον ετοιμόρροπο αντίπαλό του σωριάζοντάς τον στο έδαφος, χωρίς όμως το φύσημα να θεωρείται «ισχυρός» παράγοντας νίκης, καθώς δεν καθόρισε τη νίκη σε σημαντικό βαθμό σε αντίθεση με ένα άλλο χτύπημα που δεν έδωσε άμεσα τη νίκη, μα δημιούργησε τη βασική ανισορροπία δυνάμεων, της οποίας άμεσο επακόλουθο ήταν η επικράτηση.

Κάπου εδώ, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς συμβαίνει στην γλώσσα μας, κι ενώ το επίπεδο εκπαίδευσης έχει ανέλθει ποσοτικώς (απαντάται το μέσο κι ανώτερο επίπεδο εκπαίδευσης στους περισσότερους εξ ημων), η γλωσσική πενία «θερίζει τα πνευματικά στομάχια» της κοινωνίας μας. Δεν είναι ότι δεν θέλουμε να πλουτίσουμε πνευματικά, είναι ότι δεν μπορούμε πλέον. Σε μία μεταφορά, αν κάποιον από εμάς, αποκόπταμε από την υπάρχουσα μαγειρική παράδοση καθ’ όλη τη ζωή του, και τον απομονώναμε σε ένα νησί με όλα τα πρωτογενή αγαθά στην διάθεσή του, θα έτρωγε ρίζες και βρύα και ξερό σιτάρι, μη γνωρίζοντας την ίδια την ουσία και λειτουργία της μαγειρικής. Και μάλιστα θα ήταν και ευτυχισμένος που θα έτρωγε άφθονο σανό, παρέα με τον αξιαγάπητο όνο. Κάπως έτσι είμαστε και στη γλώσσα: χάσαμε την πραγματική «γεύση» των εννοιών απομακρυσμένοι από το βασικό νόημα και λειτουργία της επικοινωνίας, και πλέον είμαστε ευτυχισμένοι με τον λεκτικό «σανό», έχοντας, μεν, στη διάθεσή μας όλα τα πνευματικά αγαθά του κόσμου, μη γνωρίζοντας , δε, τι ακριβώς να κάνουμε με αυτά. Κι αν είμαστε ευτυχείς για την ικανότητά μας να περιορίζουμε το σύνολο των εννοιών της καθημερινότητάς μας στον αριθμό των 250 λέξεων που χρησιμοποιούμε ημερισίως, θεωρώ εξίσου ευτυχή και εξελιγμένο και τον αξιαγάπητο όνο που χρησιμοποιεί άλλες τόσες περίπου παραλλαγές του γκαρίσματος, χωρίς να αξιώνει υπολογιστές και γραβάτες.

Δημοσιεύθηκε στο: on Μαρτίου 3, 2009 at 12:34 μμ Σχόλια (4)

Επιστήμη

Δύο όψεις - από την ιστοσελίδα http://neatorama.cachefly.net/

Άνθρωπος ή άλογο; - από την ιστοσελίδα http://neatorama.cachefly.net/

Ορισμός του ρήματος “ίσταμαι” από την ιστοσελίδα ischool.gr:

“Μέρος του λόγου: Ρήμα
1. στέκω
2. αυτοί που κατέχουν αξιώματα
3. αυτοί που ανήκουν στην ανώτερη κοινωνική τάξη”


Παραθέτω τον παραπάνω ορισμό ενδεικτικά, ως υποτυπώδες σημείο εκκίνησης στην διαδικασία ανάλυσης της λέξεως “επιστήμη”. Παρά του γεγονότος ότι θα αγγίξω φιλολογικά θέματα, σκοπός μου δεν είναι η επιστημονική φιλολογική προσέγγιση, αλλά συμπληρωματικά προς εκείνη, η ιστορική έκπτωση των εννοιών των λέξεων, οι οποίες βασίζονται σε ένα συγκροτημένο σύστημα λογικής, που είναι ιδιαίτερα εμφανές όταν αναφερόμαστε στην (αρχαία) Ελληνική γλώσσα. Ως εκ τούτου, δεν επιθυμώ να καταργήσω τους φιλολόγους ή να αντιπαρατεθώ μαζί τους. Σκοπός μου είναι ο προβληματισμός γύρω από την ουσία της γλώσσας κι όχι η κατάργηση γνωσιακών εργαλείων και επαγγελματικών θεσμών.

Ο παραπάνω, λοιπόν, ορισμός “στέκει” ως προς την ερμηνεία Νο1, η οποία βρίσκεται πολύ κοντά στην πηγή της λέξεως. Οι άλλες δύο παρότι είναι “ποιητικές”, δίνουν την σύγχρονη εκπτωτική σημασία στην παραπάνω λέξη.

Ίστημι (ίσταμαι) λοιπόν σημαίνει “ορθώνω-ομαι”.  Στην πραγματικότητα, αναφέρεται σε οντότητες, είτε βιολογικές είτε πνευματικές-νοητικές μέσω της “ποιητικής αδείας”. Ας πάμε όμως να δούμε τα σύνθετα της λέξεως, ώστε να πάρουμε μία γεύση της πραγματικής σημασιολογικής αξίας αυτής.

  • Συν-ίστημι (σύστημα)  ή συν-ίσταμαι (σύσταση) σημαίνει -ορθώνω/ορθώνομαι ως-  μία νέα οντότητα στη θέση των (πολλών) παλαιότερων, χρησιμοποιώντας αυτά ως μέρη της νέας σύνθεσης.
  • Δι-ίστημι (διάστημα) σημαίνει ότι μπαίνω ανάμεσα και δι-ίσταμαι (διάσταση) θα πει ότι διαχωρίζομαι από κάτι σε δύο αυτόνομες οντότητες. Μεταφορικά, και ειδικότερα στην επιστήμη χρησιμοποιείται, ώς  η παραγωγή ενδιάμεσου χώρου, τον οποίο και αναγνωρίζει ως ξεχωριστή οντότητα με ιδιότητες.
  • Εν-ίσταμαι (ένσταση) σημαίνει ορθώνω ανάστημα, εξεγείρομαι, επαναστατώ, χωρίς να προκαλώ όμως ενεργές επιδράσεις στο περιβάλλον κλπ., αλλά και ορθώνω επιχείρημα μέσα σε ένα συγκεκριμένο λογικό σύστημα (πχ. νομικό).
  • Εξ-ίσταμαι (έκσταση) είναι η πνευματική διάχυση (διασκορπισμός) της οντότητας, που καταρρέει ως αυτοδύναμη μοναδικότητα σε κατάσταση χάους, εξωτερίκευση της οντότητας.
  • Παρ(παρα)-ίστημι (παράστημα) ή παρ(παρα)-ίσταμαι (παράσταση) είναι η τοποθέτησή ενός αντικειμένου ή εμού του ιδίου στο πλευρό μιας οντότητας, ή στο περιθώριο αυτής.
  • Συμπαρ(συν)(παρα)-ίσταμαι (συμπαράσταση) είναι η παράστασή μου με σκοπό τη δημιουργία μιας οντότητας, ομάδας, οικογένειας κλπ.
  • Υφ(υπο)-ίσταμαι (υπόσταση) σημαίνει ότι τοποθετώ τον εαυτό κάτω από κάτι  ή ότι (παθητικά) δέχομαι επιρροή.
  • Προ-ίσταμαι (προϊστάμενος) σημαίνει ότι τοποθετώ τον εαυτό μου μπροστά από μία οντότητα, σε προβολικό επίπεδο αυτής (χωρικό, χρονικό, οργανωτικό κλπ.).
  • Καθ(κατά)-ίστημι (κατάστημα) ή καθ(κατά)-ίσταμαι (κατάσταση) σημαίνει ότι μεταβάλλομαι σταδιακά  σε μία οντότητα, με συγκεκριμένες ιδιότητες (εμπορικό κατάστημα που μετατρέπει το προϊόν σε εμπόρευμα, σωφρονιστικό κατάστημα που επαναφέρει το άτομο σε σώφρονα κατάσταση κλπ).
  • Από-καθ(κατα)-ίσταμαι είναι η ολοκλήρωση/περάτωση της κατάστασης, σε μία παγιωμένη μορφή.
  • Αντι – καθ (κατά) – ίσταμαι (αντικατάσταση) είναι η οριστική τοποθέτηση στη θέση ενός προηγούμενου.
  • Ανθ(αντί)- ίσταμαι (αντίσταση) είναι η τοποθέτηση απέναντι ή εγκάρσια/”κόντρα” στη ροή, η τάση να δυσχεράνω τη ροή, την ύπαρξη ή λειτουργία μιας άλλης οντότητας.
  • Μεθ(μετα)- ίσταμαι (μετάσταση) είναι η μεταφορά  και ανόρθωση μιας οντότητας σε άλλο σημείο, επίπεδο (χωρικό ή χρονικό) ή η μεταφορά χαρακτηριστικών ιδιοτήτων μιας οντότητας σε άλλη.
  • Αν(ανά)-ίστημι (ανάστημα) ή αν(ανα)-ίσταμαι (ανάσταση ) σημαίνει ότι επαναφέρω την -επί μέρους ή καθολικά- απωλεσθείσα ύπαρξή ενός αντικειμένου ή εμού του ιδίου, ή ότι αλλάζω ιδιότητες σε εκείνο μέσω της απώλειας και αναγέννησης.
  • Επαν(επανα)-ίσταμαι (επανάσταση) κι όχι επι-ανα-ίσταμαι, είναι η αλλαγή των ιδιοτήτων μου από τη βάση τους και μεταφορικά η αλλαγή του τρόπου που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα και συμμετέχω σ’ αυτά (θα ακολουθήσει σε επόμενα κείμενα η ανάλυση της εκπτωτικής  αλλαγής του παθητικού με ενεργητική διάθεση “επανίσταμαι” σε  απολύτως ενεργητικό  “επαναστατώ”, το οποίο και περιορίζεται σε “εξεγείρομαι”).
  • Τέλος αφ(από)-ίστημι (απόστημα) ή αφ(απο)-ίσταμαι (απόσταση, αποστασία) σημαίνει ότι -αποκόπτω/ομαι ως- κομμάτι από ένα σύνολο σε μία αυτοτελή καινούργια οντότητα.

Σε καμία από της παραπάνω ερμηνείες δεν λαμβάνει το ρήμα ίσταμαι την αυθεντική ερμηνεία του “γνωρίζω”. Σε  τέτοια περίπτωση άλλωστε “ανθίσταμαι” θα σήμαινε ότι αντιδρώ στη γνώση (!) ή “παρίσταμαι” ότι παραγνωρίζω (!) κ.ο.κ.. Αντίστοιχα, μπορεί ο καθένας να κάνει λογοπαίγνια με τις υπόλοιπες προθέσεις, για να καταλήξει σε αστείες ερμηνείες των λέξεων με συνθετικό το υπό ανάλυση ρήμα. Από πού κι ως πού λοιπόν το “επίσταμαι” (παθητικό), που αποτελεί τη ρίζα της λέξεως “επιστήμη” σημαίνει γνωρίζω; Ας δούμε τη λέξη από λίγο πιο κοντά.

  • “ἐγὼ δὲ οὐκ ἐκοπίασα κατακολουθῶν ὀπίσω σου, καὶ ἡμέραν ἀνθρώπου οὐκ ἐπεθύμησα, σὺ ἐπίστασαι

Μετ.: Κι εγώ δεν κουράστηκα να σε ακολουθώ, και δεν πεθύμησα την καθημερινότητα (κοινή ζωή) του ανθρώπου, ΕΣΥ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙΣ


Είναι τραγικό το πώς έχει παρερμηνευτεί εκπτωτικά η λέξη “επίσταμαι” σε “γνωρίζω”. Το νόημα της λέξεως δεν σχετίζεται άμεσα με το οίω ή το γιγνώσκω, όπως άλλωστε μας ξεκαθαρίζει η ετυμολογία του. Το γεγονός πως κάποιος αγκαλιάζει επιφανειακά ένα αντικείμενο με εποπτική διάθεση, δεν σημαίνει ούτε ότι το γνωρίζει, ούτε ότι σκοπός του είναι αποκλειστικά να το γνωρίσει. Από την άλλη πλευρά η γνώση είναι απαραίτητο εργαλείο φροντίδας, στην οποία βασίζονται οι άμυνες κάθε έλλογου όντος. Όμως, δεν σημαίνει αποκλειστικά και “στεγνά” γνωρίζω. Ακόμη και η λέαινα επίσταται τους σκύμνους της, με όση γνώση ή λογική μπορεί να διαθέτει ένα θηλαστικό που δεν είναι άνθρωπος. Από την άλλη, η φράση που παρέθεσα παραπάνω ανήκει στα πλαίσια της Θεολογίας. Θα ήταν ανούσιο να περιορίσουμε την έννοια της σχέσεως επιστασίας από τον Θεό  προς τον  άνθρωπο στη γνώση. Πρόκειται για γενικότερη φροντίδα κι εποπτεία, που περιλαμβάνει όλες τις έννοιες στοργής και αγάπης που τρέφει ο πατέρας για το υιο. Αλίμονο αν ο ρόλος του πατέρα είναι απλώς να διδάσκει την αλφαβήτα στο γιο…

“Επί-ίσταμαι” σημαίνει ετυμολογικά ότι στέκομαι έξω από, αλλά σε επαφή με το αντικείμενο (οντότητα), σαν προστατευτικό κουκούλι. Θα μας βοηθήσει η λέξη επιστάτης που έχει ίδια ρίζα, καθώς και η επιστασία (πχ των παιδιών). Στην πραγματικότητα, κι επειδή λειτουργούμε με βάση την όραση, η λέξη επιστασία σχεδόν ταυτίζεται με την εποπτική μέριμνα. Επειδή δε, στον άνθρωπο και λόγω της φέρουσας ηθικής του, η εποπτεία είναι ταυτόσημη με τη φροντίδα, λαμβάνει τη σημασία της επιμέλειας αλλά με πιο αποστασιοποιημένη μορφή. Πώς όμως έφτασε η λέξη “επιστήμη” να σημαίνει γνώση, ενώ στην πραγματικότητα δεν θα υπήρχε λόγος να δημιουργήσουμε μία ακόμη λέξη με ίδιο περιεχόμενο (πχ. οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ήδη χρησιμοποιούσαν λέξεις όπως πχ. γιγνώσκω)  και η Επιστήμη θα μπορούσε κάλλιστα να ονομάζεται Επίγνωση;

Στην αρχαιότητα, ο Πλάτων θεωρούσε ως βάσεις της επιστήμης (φροντίδας και εποπτείας) τα μαθηματικά (με όλες τις μορφές τους) και την αρμονία. Ως κορωνίδα της τοποθετεί τη διαλεκτική φιλοσοφία. Όλες τις υπόλοιπες μορφές γνώσης θεωρεί Τέχνες. Κι όντως, εκείνη την εποχή, όλα τα σημερινά γνωστικά πεδία αποτελούσαν φιλοσοφικές προσεγγίσεις, οι οποίες είχαν ως στόχο την “επιμέλεια” του νου και της ψυχής. Οι Τέχνες (ιατρική, μηχανική, νομική, ρητορική κλπ.),   φρόντιζαν για το εφήμερο. Δεν απέβλεπαν σε “διαχρονική επιστασία”, αλλά άμεση ρύθμιση μίας ατομικής ή κοινωνικής ανάγκης που ήρθε στο προσκήνιο. Στην πραγματικότητα, η ταύτιση της γνώσης με την επιστήμη έγινε πολύ αργότερα,  όταν πλέον η γνώση έγινε αυτοσκοπός κι όχι εργαλείο του ανθρώπου. Λησμονήθηκε ότι η γνώση αποτελεί εργαλείο της επιστήμης (=εποπτείας και προφυλάξεως του ανθρώπου) κι όχι το αντίθετο.  Σε αυτό το σημείο θα τονίσω ότι είναι διακριτή η διαφορά μεταξύ του επιμελούμαι και του επίσταμαι. Το πρώτο σχετίζεται με το τί μπορώ να προσφέρω με βάση τις τωρινές μου δυνατότητες (επιμελής είναι ο μαθητής που φροντίζει κάθε ημέρα για το αυριανό του μάθημα, τον άμεσο στόχο), ενώ το δεύτερο σχετίζεται με την έξωθεν εποπτεία  του πλαίσιου των τωρινών δυνατοτήτων, ώστε να δημιουργήσω συνθήκες διαχρονικής φροντίδας (φιλοσοφία, όπως σωστά έθεσε ο Πλάτων).

Ο Αριστοτέλης διαχωρίζει επίσης τις Τέχνες από την Επιστήμη, θεωρώντας πως οι Τέχνες βασίζονται στο “ποιείν”, δηλαδή τις δημιουργίες που στοχεύουν στην καθημερινότητα του ανθρώπου και σχετίζονται με τον υλικό κόσμο. Για τον ίδιο φιλόσοφο, στις Επιστήμες ανήκουν η Θεολογία, τα Μαθηματικά και η (μη υλιστική) Φυσική. Σκοπός τους είναι να ανακαλύψουν την αλήθεια που κρύβεται πίσω από τα πράγματα, κι όχι μέσα σε αυτά. Κατά τον Επίκουρο, η μόνη πραγματική επιστήμη είναι η φιλοσοφία, καθώς τα μαθηματικά εισάγουν ιδεατά σύμβολα που παγιδεύουν του νου.

Για πάμπολλους αιώνες, η επιστήμη ήταν αμπελοφιλοσοφία στα μάτια του απλού λαού. Την έβλεπε ως ενασχόληση των πλουσίων ή των τεμπέληδων, και στην πραγματικότητα υποτιμούσε τους ανθρώπους που ασχολούνταν με εκείνη. Θεωρούσαν ότι οι τέχνες είναι πρακτικές και αρκετές για να τους διευκολύνουν την διαβίωση-επιβίωση. Άλλωστε, τόσο στην αρχαία Ελλάδα (μητέρα των επιστημών) όσο και στις μετέπειτα Ελληνιστικές εποχές και τον Μεσαίωνα κυριαρχούσαν οι Τέχνες στην ζωή,  εξαναγκάζοντας τις περισσότερες φορές τους ανθρώπους της Επιστήμης σε ακραίες στάσεις ζωής-θανάτου.

Η μεγάλη αλλαγή στην επιστήμη έγινε κατά την εποχή της Αναγέννησης και ολοκληρώθηκε κατά τον Διαφωτισμό, όταν πλέον μία κοινωνική ομάδα ανέλαβε τα ηνία της κοινωνίας, μπλέκοντας τις Τέχνες με την Επιστήμη, σε μία προσπάθεια ενοποίησης των πεδίων σε κοινό γνωσιακό αντικείμενο. Εδώ, θεωρώ σημαντικό να δούμε τις δύο παραπάνω ερμηνείες της λέξεως ίσταμαι, όπως παρατίθενται στο λεξικό της ιστοσελίδας ischool.gr. “Ξαφνικά” (με περιπαικτική διάθεση), το “ίσταμαι” έχει λάβει τη σημασία του αξιώνομαι και του είμαι ανώτερος, αντί του ορθώνομαι και του αποτελώ μία αυτόνομη οντότητα. Και όλως  εξ αίφνης, εμφανίζονται “επιστημονικές ελίτ” που αναλαμβάνουν τις τύχες και κρίσεις επί των ανθρώπων. Έρχεται το ρεύμα του Διαφωτισμού να καθαρίσει τα “απόβλητα” των “στάσιμων” υδάτων του Μεσαίωνα, τοποθετώντας στη θέση της “θεοκρατικής τάξης”, μία “γνωσιακή ελίτ”. Πλέον, ταυτίζεται η γνώση με την επιστήμη, με αμφίδρομο μα και φαυλοκυκλικό αποτέλεσμα: τόσο η γνώση να γίνει αυτοσκοπός, δηλαδή μία αυτόνομη οντότητα μου φροντίζει τον εαυτό της (επιστάτης του εαυτού της), όσο και η επιστήμη να καταστεί γνώστης του εαυτού της (επιστημονική αυτογνωσία), που αυτομάτως αναιρεί την δυνατότητα εξέλιξης πέρα από τα όρια και τις συνθήκες που εκείνη έχει θέσει, όπως άλλωστε υποστήριξα σε προηγούμενη παράγραφο (”…σχετίζεται με την έξωθεν εποπτεία  του πλαισίου των τωρινών της δυνατοτήτων”).

Και τελικώς φτάνουμε στο εξής παράδοξο: να εξισώσουμε την Επιστήμη με τις Τέχνες, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο τμήματα ενός μαγνήτη που συμμετέχουν σε δίπολο  δυναμικής ισορροπίας. Οι μέν Τέχνες αφορούν τον υλικό κόσμο και την εμπειρική προσέγγισή του, ώστε να γίνεται δυνατό το εφήμερο και το αισθητικώς αντιληπτό βραχυπρόθεσμα, η δε Επιστήμη μελετά το μή αισθητό, το μή άμεσα αντιληπτό από τις αισθήσεις, και το μακρυπρόθεσμο που μόνο ο νούς και η ψυχή μπορούν ν’ αντιληφθούν (κόσμος των ιδεών). Εδώ αξίζει να αναφερθούμε επιγραμματικά και στον όρο “Τέχνη” και τη σχέση της με τις σημερινές Καλές Τέχνες (γλυπτική, ζωγραφική κλπ.), που στην πραγματικότητα ουδεμία σχέση έχουν. Οι Καλές Τέχνες είναι στην πραγματικότητα Επιστήμες (εποπτεύουν, εξισορροπούν), σε αντίθεση με τους επιστημονικούς τομείς (φυσική, χημεία κλπ.) που στην πραγματικότητα αποτελούν Τέχνες (εκ του τίκτω = γεννώ, παράγω άμεσο αποτέλεσμα) ή απλώς γνωσιακά πεδία μίας γλώσσας του ανθρώπου, η οποία στις μέρες μας -ατυχώς, μα διόλου τυχαία…- ονομάζεται Επιστημονική. Άλλωστε, και μόνο το γεγονός πως η λέξη τέχνη περιλαμβάνει από την εργασία του απλού ξυλοκόπου μέχρι τα τεράστια έργα κλασσικής μουσικής και ζωγραφικής, δείχνει τη μεγάλη σημασιολογική σύγχιση. Οι σύγχρονοι καλλιτέχνες και φιλόσοφοι είναι στην πραγματικότητα επιστήμονες με την αυθεντική ερμηνεία του όρου, σε αντίθεση με τους σημερινούς ΤΕΧΝΟλόγους επιστήμονες που είναι στην πραγματικότητα τεχνίτες (υπηρέτες της τέχνης),σ’ύμφωνα με την επίσης αυθεντική ερμηνεία της λέξης.

Έχει διερωτηθεί ποτέ κανείς γιατί στην επιστήμη του πολιτικού μηχανικού εξειδικεύεται κάποιος μέσω των Πολυ-ΤΕΧΝ-ικών σχολών;

Δημοσιεύθηκε στο: on Φεβρουαρίου 24, 2009 at 1:35 μμ Σχόλια (3)