Στο έλεος των αριθμών

Γράψτε ένα σχόλιο

Αριθμοί.

Ό,τι κι αν κάνεις σήμερα στη ζωή σου, γίνεσαι ένας αριθμός, ένα κομμάτι μίας στατιστικής. Και η στατιστική είναι μία αδηφάγα σαλαμάνδρα που δεν σε ρωτά αν θέλεις να είσαι μέρος της.

«133 ακροατές του ραδιοφώνου»

«32% παρακολούθησαν την τηλεοπτική εκπομπή…»

«Το κόμμα μας απέσπασε το 24,8% των ψήφων»

Η αριθμολογική μας φύση ακολουθεί την ύπαρξή μας, όπως η κυματική φύση ακολουθεί την σωματιδιακή φύση της ύλης. Ή μήπως το αντίθετο; Ή και τα δύο ταυτόχρονα; Τέλος πάντων…

Όταν σε ρώτησαν πόσα παιδιά έχεις απάντησες ‘τρία!’. Κάποτε απαντούσες ‘το Νίκο’, ‘τη Μαρία’ και το ‘Χρήστο’. Διότι κάποτε τα παιδιά σου δεν ήταν μετρήσιμα. Δεν υπήρχαν τρία παιδιά μέσα στον κόσμο, αλλά ‘τρεις κόσμοι’ ταυτόχρονοι. Και κάθε κόσμος είχε κάτι από το χάος της αγάπης του ανθρώπου, ήταν άπειρος κι άρα μη μετρήσιμος. Κι εύλογα θα έλεγε κάποιος “μα οι ‘τρεις κόσμοι’ δεν είναι μετρήσιμοι“; Η απάντηση όμως προέρχεται εξίσου από τα μαθηματικά: ‘πόσο μας κάνει τρεις φορές το άπειρο;’. Το τρεις είναι μία σύμβαση που προσπαθεί να προσεγγίσει την αριθμολογία μέσα στα πλαίσια που εκείνη διαμορφώνει. Ακόμη, αν κάτι, όντως, περιγράφει τον άνθρωπο είναι η λέξη άπειρο, που σημαίνει ταυτόχρονα το απέρατο και εκείνο για το οποίο δεν έχουμε ικανή εξωτερική εμπειρία.

Η σύγχρονη επιστημονική μεθοδολογία βασίζεται στην κοινή αποδοχή και την συμφωνία των μερών. Η ίδια αξιώνει ως θεμέλιό της την διαφωνία. Μέσα στον λαβύρινθο των θεωριών και των αποδείξεων, σπάνια κάποιος αναρωτιέται για το αυτονόητο. Αν θεωρούμε πραγματικά μόνο εκείνα στα οποία συμφωνούμε, τότε προφανώς εκείνα στα οποία διαφωνούμε τα ορίζουμε αντίστοιχα ως μη πραγματικά. Κι επομένως, κάθε διάφορη άποψη που δεν ταυτίζεται εξ’ ολοκλήρου με την όποια συμφωνία, πραγματεύεται κάτι το ψευδές.

Έτσι, στην περίπτωση της ακροαματικότητας ή τηλεθέασης ή ψήφου κ.λ.π., ορίζουμε ως αληθές το γεγονός ότι κάποιοι είχαν πχ. ανοικτό το δέκτη του ραδιοφώνου εκείνη τη στιγμή. Ετούτο, από μόνο του δεν σημαίνει τίποτε απολύτως. Κι όμως ετούτο είναι που προβάλλεται ως έμμεση διαφήμιση του εκάστοτε ραδιοφώνου, τηλεοράσεως, εφημερίδας κ.ο.κ. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι στην περίπτωση π.χ. της εφημερίδας, η γιαγιά μου έταζε του παππού μου να της φέρει μία εφημερίδα για να τυλίξει το τυρί. Και συνήθως ζητούσε μία συγκεκριμένη εφημερίδα που είχε ‘καλή ποιότητα φύλλου’. Αντίστοιχα, οι εφημερίδες χρησιμεύουν και ως προστατευτικά δαπέδου κατά το βάψιμο, ώστε να μην λερώνεται το τελευταίο από διαφεύγουσες ρανίδες χρωστικής ουσίας.

Κάθε φορά που σε μία κοινωνία ευημερούν οι αριθμοί, δυστυχούν οι άνθρωποι. Ετούτη είναι μία φράση διατυπωμένη από πολλούς ανθρώπους, διόλου τυχαία θα έλεγα, ασχέτως του βάθους της ερμηνείας που μπορεί κανείς να της προσδώσει. Από τη στιγμή που η ύπαρξη μετατρέπεται σε αριθμό, ο άνθρωπος αλλάζει μορφή και συμπιέζεται μέσα στα πλαίσια μίας συμφωνίας. Γίνεται ένα ΝΑΙ ή ένα ΌΧΙ, όπως εκείνα που ζητούσαν οι πάπες του μεσαίωνα από τους πιστούς, όπως εκείνα που ζητά ο σύγχρονος πολιτικός από τους πολίτες μία φορά ανά τετραετία. Το ΝΑΙ ή το ΟΧΙ αποσυμπιέζεται εν συνεχεία, ανάλογα με τα κέφια του κάθε καλοθελητή αναλυτή, ώστε να επιστρέψει στη βάση του, τον άνθρωπο, ως ρητή συνθήκη.

Το λάθος που συμβαίνει είναι πως θεωρούμε την θεωρητική ανάκριση προνόμιο των φονταμενταλιστών του μεσαίωνα, εξ’ αιτίας κυρίως του πασίγνωστου περιστατικού της ανάκρισης του Γαλιλαίου. Όμως, κάτι τέτοιο θα ήταν απλά άλλη μία απλούστευση, άλλη μία στατιστική αριθμολογία παραχάραξης της ιστορίας διά της αφαιρετικής συμφωνίας (συμφωνούμε σε αυτό, άρα υπάρχει μόνο αυτό), όπως περιέγραψα παραπάνω. Στη σύγχρονη κοινωνία δεν υπάρχει εκτέλεση διά πυράς ή αγχόνης. Υφίσταται όμως ο κοινωνικός εξοστρακισμός, που αποτελεί μία εξίσου βασανιστική εκτέλεση. Αν δεν δηλώσεις το ΝΑΙ σε κάποιον πχ. πολιτικό, ή ακόμη και στον προϊστάμενο κάθε εργασίας, περιθωριοποιείσαι με συνοπτικές διαδικασίες. Η περιθωριοποίηση στις σύγχρονες κοινωνίες είναι εφάμιλλη των εξοριών σε ερημικά νησιά, όταν κι εξαναγκάζεσαι σε συνθήκες επιβίωσης σε μέρος που δεν υπάρχει τρόπος επιβίωσης. Έτσι, ακόμη κι αν γνωρίζεις να ‘ψαρεύεις’ κατά το προσφιλές ρητό που λέει ‘αντί να δώσω σε έναν φτωχό ένα ψάρι, είναι προτιμότερο να του δώσω καλάμι και να μάθει να ψαρεύει’, πρέπει να υπάρχουν θάλασσες με ψάρια για να τραφείς… Και οι θάλασσες ετούτες ανοίγουν μόνο με το ΝΑΙ κατά την σύγχρονη ιερά εξέταση.

Το ΝΑΙ σου λοιπόν αυτό είναι η παράδοση της ίδιας σου της ψυχής στον κόσμο της αριθμολογίας.

«Για ένα κομμάτι ψωμί δεν φτάνει μόνο η δουλειά / για ένα κομμάτι ψωμί πρέπει να δώσεις πολλά. / Δε φτάνει μόνο το μυαλό σου, δεν φτάνει μόνο το κορμί σου. / Το πιο σπουδαίο είν’ η ψυχή σου δικέ μου / Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία.» (Χ. & Π. Κατσιμίχας)

Πολλοί αναφέρουν το ‘διαφωτισμό’ ως την έξοδο από το ‘σκοταδισμό’. «Όταν τα μάτια σου συνηθίσουν το σκοτάδι, το φως σε τυφλώνει οπότε και στρέφεσαι προς το σκότος αντί του φωτός, καθώς εκείνο σε ζαλίζει» (Πλάτων – η αλληγορία του σπηλαίου). Η σύγχρονη πολιτική δεν ανήκει λοιπόν στις πολιτικές επιστήμες; Από πότε η επιστήμη είναι άμοιρη των ευθυνών για τα δεινά του σύγχρονου ανθρώπου; Επιστήμονες δεν είναι αυτοί που σκοτώνουν τους συνανθρώπους τους πατώντας ένα κουμπάκι στον υπολογιστή; Επιστήμονες δεν είναι εκείνοι που χορηγούν δηλητήρια στους ανθρώπους, για να τους έχουν μία ζωή ανάγκη ως φαρμακολόγους; Επιστήμονες δεν είναι οι άλλοι που βιάζουν μικρά παιδάκια στα σχολεία ντυμένοι τα κουστούμια των δασκάλων και καθηγητάδων; Γιατί λοιπόν με την ίδια άνεση που βρίζουν το σύνολο των ιερέων ή των φιλοσόφων ή των καλλιτεχνών, επειδή κάποιος εξ αυτών διέπραξε ένα αδίκημα, δεν γενικεύουν και στην επιστήμη της αριθμολογίας, της ισοπέδωσης και της αφαιρετικής συμφωνίας;

Πόσο προσπάθησες, σοφέ άνθρωπε, να θεμελιώσεις τον σεβασμό της κάθε ύπαρξης ξεχωριστά! Και θέλησες λέει να τους διαφωτίσεις, να τους διδάξεις τον ορθό λόγο! Και καθ’ ένας εξ’ αυτών παραδίνεται αμαχητί στη δημιουργική γενίκευση και την αφαιρετική συμφωνία. Κάθε φορά που θα διαβάσεις σοφέ άνθρωπε αριθμούς στα μάτια των ανθρώπων, θα είναι και ένα ακόμη βήμα προς την αριθμοποίησή του εαυτού σου. Κάθε φορά που θα βλέπεις τρεις πελάτες στη δουλειά σου, θα βλέπεις και τρία αφεντικά να εξουσιάζουν το νου σου. Κι εκείνος θα μοιράζεται στα τρία, παράγοντας τριπλή σχιζοφρένεια στον κόσμο των λογισμών σου. Κάθε φορά που θα βλέπεις τρία τα παιδιά σου, στα τρία θα κόβεις την καρδιά σου, και κάθε παιδί σου θα γεύεται το τρίτο της αγάπης σου. Γιατί εξαρχής μπορούσες να έχεις τρεις καρδιές μέσα στη μία. Κι εκείνες να έχουν άλλες τρεις κι εκείνες άλλες τρεις με τη σειρά τους για να χωρέσεις τον κόσμο. Γιατί ο κόσμος αντέχει κι από έναν ισοδύναμο κόσμο για κάθε άνθρωπο, αλλά ο κάθε άνθρωπος νοεί έναν κόσμο μοναδικό που δε χωρά κανέναν άλλο, ούτε καν τον ίδιο τον κόσμο. Γι’ αυτό άνθρωπε σοφέ καταλήγεις πάντοτε στο αιώνιο ερώτημα με την κότα και το αβγό: «Αν κάθε άνθρωπος ζει στον κόσμο του, πώς γίνεται να υπάρχει ένας καθολικός κόσμος; Κι αν από την άλλη ζούμε όλοι σε έναν κόσμο, πώς γίνεται να τον βιώνουμε τελείως διαφορετικά;».

Αδικαίωμα: Το νομικό δικαίωμα στην αδικία

17 σχόλια

justice_

Δικαίωμα είναι ένας όρος που περιγράφει τον αξιωματικά θεσπισμένο στοιχειώδη κανόνα, ο οποίος προασπίζει την ιδιωτική ζωή του ανθρώπου. Ταυτόχρονα είναι η πρώτη λέξη που μαθαίνει κανείς μόλις ανοίγει τα μάτια του στον κόσμο ετούτο.

Το δικαίωμα είναι ο ένας πόλος μιας έννοιας, του δικαίου, που σχετίζεται με το πώς εκφράζει το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο το σεβασμό στην ύπαρξή μου. Ο άλλος πόλος ονομάζεται υποχρέωση και σχετίζεται με το πώς αντιλαμβάνομαι το σεβασμό στην συνύπαρξη με τους επίλοιπους συνανθρώπους. Το δικαίωμα και η υποχρέωση είναι μεταξύ τους «αντιφατικώς ταυτόσημες» λέξεις. Όπως συμβαίνει και στα ευθύγραμμα τμήματα της επιστήμης των μαθηματικών, αν τα εκτείνουμε στο άπειρο, τα άκρα του συμπίπτουν σε ένα και μοναδικό σημείο. Το δε ευθύγραμμο τμήμα μετατρέπεται σε κύκλο ανατροφοδοτώντας το συνολικό του ανάπτυγμα. Κατ’ ανάλογο τρόπο, οι αντιφατικές και αντίθετες έννοιες τείνουν να γίνουν -σε οποιαδήποτε μακρο-σημασιολογική επέκταση- ταυτόσημες. Μένει στο …νου μας να αποφασίσουμε το εύρος των πνευματικών μας οριζόντων. Κι εκείνο που έχει πραγματικά σημασία είναι το πώς πλάθεται η ίδια η έννοια κατά την ιστορική πορεία της, όπως εκείνη φωτογραφίζεται τόσο στον υλικό κόσμο όσο και στον πνευματικό.

Το σύγχρονο νομικό σύστημα είναι τόσο δαιδαλώδες, που ακόμα και οι καλύτεροι της επιστήμης της νομικής σηκώνουν τα χέρια. Το αχανές δεν σχετίζεται με το πλήθος των νομικών προτάσεων, αλλά με το νόημά τους. Ετούτο συμβαίνει διότι παρότι η έννοια του δικαίου είναι την πραγματικότητα ενιαία και αδιάσπαστη, εμείς την οργανώνουμε συστηματικά σε τομείς, με τους οποίους εκείνη εκφράζεται στην καθημερινότητα. Τι όμως σημαίνει ενιαία και αδιάσπαστη έννοια του δικαίου;

Έστω ότι δύο αδέλφια χώρισαν με κάποιο τρόπο τα κτήματά τους σε δύο κομμάτια, εκ των οποίων ο ένας –με κάποιο τρόπο- πήρε μεγαλύτερο κομμάτι από εκείνο που πραγματικά του αναλογούσε. Εδώ έχουμε την πρωτογενή αδικία, που εκφράζεται μέσω του μοιράσματος. Δεν είναι το μοίρασμα η αδικία καθ’ αυτή. Η αδικία ενυπάρχει στη σχηματισμένη λογική των ανθρώπων και εξωτερικεύεται στον υλικό κόσμο. Ο αδικημένος, μην μπορώντας να δικαιωθεί λόγω συνθηκών, νόμων κλπ. στρέφεται στην αυτοδικία. Εδώ διαπράττεται και δεύτερη πράξη αδικίας (δευτερογενής), η οποία όμως τρέφεται από την πρόθεση της πρώτης. Ως νομικό σύστημα είμαστε υποχρεωμένοι να εξετάσουμε τις δύο υποθέσεις χωριστά, σαν να είναι μεταξύ τους μερικώς ή ολικώς ασύνδετα.

Τι σημαίνει όμως στην πραγματικότητα το παραπάνω παράδειγμα; Απλούστατα ότι το δικαίωμα είναι μία έννοια που φέρει ισχύ ανάλογη με την κοινωνική ισχύ των ανθρώπων από τους οποίους εκφράζεται. Ας σκεφτούμε την περίπτωση της μονομαχίας στο Φαρ Ουέστ ή κατά τις αριστοκρατικές Μεσαιωνικές τακτικές. Είχε ο καθένας το δικαίωμα να ζητήσει σε μονομαχία διά σπάθης ή όπλου τον αντίδικό του, ώστε να αποκατασταθεί η τιμή (ηθικό δίκαιο). Όμως, αυτό προϋπόθετε ότι είχε εκπαιδευτεί σε σπάθη ή σε όπλο. Που αυτό προϋπόθετε ότι κατείχε σπάθη ή όπλο και πάει λέγοντας.

Σήμερα, λέμε ότι ο πολίτης έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του (δίκαιο) στα δικαστήρια. Το ρόλο του «όπλου μονομαχίας» πλέον παίρνει ένα σύστημα κοινωνικής ισχύος, που περιλαμβάνει από την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, μέχρι τα αξιώματα, τις κοινωνικές γνωριμίες κλπ. Μάλιστα, το ρόλο της σφαίρας ή της κόψης του σπαθιού αναλαμβάνει άνθρωπος, ο οποίος είναι συγκεκριμένης εκπαιδευτικής βαθμίδας, κοινωνικής θέσεως, οικονομικής ισχύος κλπ. Είναι δυνατόν άνθρωπος που δεν πείνασε να εφαρμόσει αντικειμενικό δίκαιο σε συνάνθρωπο που έκλεψε για να επιβιώσει; Τέτοιες προσεγγίσεις γίνονται μόνο μέσα από την τέχνη, όπως σωστά περιγράφει  η Σώτια Τσώτου και τραγουδά μοναδικά ο Κώστας Χατζής στον «Τρελό της γειτονιάς».

Κάποτε, σύμφωνα με το τραγούδι, ένας φτωχός έκλεψε ένα ψωμί από το φούρναρη κι ο τρελός της γειτονιάς είδε το περιστατικό. Ο φούρναρης κυνήγησε κι έπιασε το φτωχό και τον παρέδωσε στην αστυνομία. Όταν κάλεσαν τον τρελό της γειτονιάς στη δίκη ως μάρτυρα και τον ρώτησαν ποιος είναι ο κλέφτης, εκείνος έδειξε απευθείας τον φούρναρη!  Στην πραγματικότητα, το τραγούδι περιγράφει τον “τρελό” που κρύβουμε μέσα μας. Εκείνο το τμήμα του εαυτού μας που αντιστέκεται στον συμπαγή ορθολογισμό, προσπαθώντας να ισορροπήσει για να διατηρήσει τα στεγανά. Για να γευτεί κανείς το πραγματικά δίκαιο είναι υποχρεωμένος να παραμερίσει το σφάλιστρο της στεγνής εμπειρικής λογικής, που  φράσσει το πηγάδι του λόγου, ανοίγοντας δίοδο προς την άβυσσο του φρέατος που διατηρεί το πολυπόθητο νερό. Η πραγματική τρέλα είναι η προσπάθειά μας να αφυγράνουμε την ξύλινη τάπα του πηγαδιού για να ξεδιψάσουμε, προσπερνώντας την απλή ιδέα πως εκείνη απλώς μας καταδεικνύει την πιθανή θέση υπόγειου υδάτινου ορίζοντα. Μπρος σε αυτήν την απονόηση, εκείνος που επιμένει να σηκώσουμε την τάπα φαντάζει τρελός. Μέσα στη θολούρα της αφυδάτωσης, που μας έχει κυριεύσει, τον ραπίζουμε και τον στέλνουμε πίσω στην έρημο επιστρέφοντας στην κύρια εργασία μας: τη μελέτη του αποτελεσματικότερου τρόπου στυψίματος της ξύλινης τάπας .

Ο καθένας μας έχει πιάσει το νου του να δημιουργεί «παράλογα νοήματα», για τα οποία, παραδόξως, δεν αισθάνεται καθόλου μειονεκτικά. Άλλωστε, μύθοι όπως εκείνος του «Ρομπέν των δασών» καταδεικνύουν ακριβώς αυτή την ανάγκη του ανθρώπου για συνειδησιακή δικαιοσύνη: οι νόμοι δεν περιγράφουν το δίκαιο του ανθρώπου, αλλά περιχαράσσουν το δίκαιο της επιστήμης. Το πρώτο ενυπάρχει στο Λόγο, στη συνείδηση του ανθρώπου που συναρμόζεται στα θεμελιώδη δομικά στοιχεία του πνεύματος. Το δεύτερο παράγεται από τη λογική και το εμπειριοκρατικό πλαίσιο της κοινωνιολογικής συμπτωματολογίας που σχετίζεται με το επίχρισμα του κατασκευάσματος της νόησης.

Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η αιτία του ενισχυμένου ρόλου της λογικής στα κοινωνικά σύνολα. Λογική είναι η διαδικασία περιγραφής του «φαίνεσθαι». Όμως το «φαίνεσθαι» πάντοτε ακολουθεί το «είναι» ως εξωστρεφής ιδιότητά του. Ποτέ δεν το δημιουργεί. Είναι σαν αν προσπαθούμε να δείξουμε ένα αντικείμενο που κινείται ταχύτατα στον ουρανό. Όπου και να δείξουμε με το δάχτυλο, πάλι θα αστοχήσουμε. Και θα συμβαίνει μέχρι να παραδοθούμε στην ουσία του φαινομένου: η κίνηση, η ροή είναι φυσική ιδιότητα κι όχι απλή τεχνική δυνατότητά του. Τότε, θα αφήσουμε το δάκτυλο να ταυτιστεί με την κίνηση του αντικειμένου, να το χαϊδέψει σε μία νοητή επαφή, ώστε να «δανειστεί» λίγη από την ιδιότητά του μέσα από την διαδικασία της κατοπτρικής ταύτισης.

Έτσι ακριβώς και στο πνευματικό κομμάτι του ανθρώπου. Το δίκαιο είναι έλλογη κοινωνική ιδιότητά του, κι όχι λογική ατομική δυνατότητα. Συνοδεύει τη συλλογική νόηση. Δεν παράγεται από την αυτοτελή νόηση του ατόμου, ασχέτως αν εμείς θεωρούμε (προσωποκεντρικά) ότι συλλαμβάνεται ή διατυπώνεται από εκείνη. Επιδεικνύοντας με υπερέκταση του δείκτη  μας το δίκαιο ή άδικο σε έναν μεμονωμένο άνθρωπο, χάνουμε την ουσία του λόγου που αποτελεί αναπόσπαστη ιδιότητα της ανθρωπότητας κι όχι ενός μεμονωμένου στοιχείου της, όπως αν επικεντρωθούμε σε μία φωτισμένη πέτρα ψάχνοντας το φως χάνουμε την πηγή του: τον ήλιο.

Περί όνου …ισχύος.

4 σχόλια


Πληρότητα και ανομοιογένεια

Πληρότητα και ανομοιογένεια (από την ιστοσελίδα http://www.paulhina.com)


Ισχύς. Λέξη που χρησιμοποιείται σε πλήθος εκφράσεων, με διαφορετική προσέγγιση κάθε φορά. Ισχύς πυρός, προωθητική ισχύς, ισχυρό κύμα, ισχυρός άνθρωπος, ισχυρή δημοκρατία, νομική ισχύς, ισχύον πολίτευμα κλπ. Όμως στην πραγματικότητα τι σημαίνει η λέξη ισχύς και τα παράγωγά της;

Το πώς ακριβώς χρησιμοποιείται η λέξη ισχύς περιγράφεται επαρκώς στα λεξικά της νεοελληνικής, όπως για παράδειγμα, σε εκείνο το αρκετά εύστοχο του Τριανταφυλλίδη. Όμως, όπως συμβαίνει με όλες οι έννοιες, η σημασιολογία περιορίζεται σε απλή περιγραφή των χρηστικών δυνατοτήτων της λέξης, αντί της ερμηνειολογίας. Συνήθως, δε, η απλή παρακολούθηση μιας σημασιολογικής πορείας αντιστοιχεί στην συμπτωματολογική παρακολούθηση της γλώσσας, η οποία παρέχει μεν σημαντικές επεξηγήσεις και αναλύσεις, μα δεν αποτελεί ουσιαστικό και πηγαίο, παιδευτικό χαρακτηριστικό για την εξελισσόμενη κοινωνία.

Στην πραγματικότητα, ισχύς είναι η επιρροή ενός υποκειμένου στο περιβάλλον του ή σε αντικείμενα του περιβάλλοντος, ώστε να καταστούν ικανές και δυνατές οι πηγαίες επιταγές του. Τι σημαίνει αυτό; Ότι στην πραγματικότητα, ισχύς είναι μία ακαθόριστη δύναμη εξωτερίκευσης του ενστίκτου επιβίωσης. Ας δώσω παραδείγματα ισχύος, για να γίνει σαφέστερο…

Ισχυρό κίνητρο, ονομάζεται το κίνητρο που παρέχει βιωσιμότητα μιας θέσης σε νομικό επίπεδο. Χωρίς την παρουσία ισχυρού κινήτρου, κάθε νομική θέση που βασίζεται σε εκείνο δεν δύναται να «επιβιώσει» και απορρίπτεται μαζί με εκείνο. Ισχύον καθεστώς είναι εκείνο το σύστημα που επιβιώνει μέσα από μία κατάσταση επιρροής στις επιμέρους συνιστώσες. Γι’ αυτό και κάθε ισχύον καθεστώς, εξωτερικεύει την εσωτερική του ανάγκη για επιβίωση, προς κάθε πιθανή κατεύθυνση, ακόμη και προς τα συστατικά του. Ισχυρό όπλο είναι το όπλο που έχει την ικανότητα να μας φέρει σε πλεονεκτική θέση έναντι του αντιπάλου, σε μία κατάσταση επιβίωσης. Ειδάλλως, για τον χαρακτηρισμό του με βάση τη φέρουσα ενέργεια και το παραχθέν αποτέλεσμα, ονομάζεται «υψηλής αρχικής ταχύτητας», «διατρητικής ικανότητας», «υψηλής ενέργειας βλήματος» κλπ. Ισχυρογνώμων δεν είναι εκείνος που εκφέρει ισχυρώς μία άποψη, αλλά εκείνος που είναι φορέας μιας άποψης με έντονο το «αίσθημα» αυτοσυντήρησής της (σε ιδεατό επίπεδο). Έτσι, ο ισχυρογνώμων (ο φέρων ισχυρή γνώμη) δεν χρησιμοποιεί την άποψή του για να αποκτήσει ισχύ, αλλά αντίθετα, η φέρουσα άποψή του έχει αποκτήσει ισχύ έναντι του ιδίου (ιδεοληψία) και εν συνεχεία μέσω εκείνου επιβάλλεται στο περιβάλλον του.

Όπως ανέφερα και στο θέμα της εργατιάς, έργο είναι η διαδικασία παραγωγής εξωτερικού αποτελέσματος με χρήση εν-έργειας, δηλαδή εσωτερικού δυναμικού φορτίου. Η ισχύς είναι σε εννοιολογικό επίπεδο το ένα σκέλος της αμφίδρομης δύναμης αλληλοσυσχετισμού μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αντικειμένων. Η έκπτωση της σημασίας της λέξεως είναι αρκετά εμφανής πχ. στη χρήση της έκφρασης «δέχτηκε ισχυρή γροθιά», που ερμηνεύεται ως «υπέστη έντονη ενεργειακή κρούση από πυγμή». Στην πραγματικότητα, ο όρος «ισχυρή γροθιά» δεν ερμηνεύεται αυτούσια ως «γροθιά υψηλής φέρουσας ενέργειας» παρά το γεγονός ότι συνήθως οι ισχυρές γροθιές φέρουν αυξημένες ποσότητες ενέργειας. Εκείνο που ουσιαστικά περιγράφει η φράση «ισχυρή γροθιά», είναι η προσφορά του συγκεκριμένου χτυπήματος στην αγωνιστική «επιβίωση» του αθλητή, στα αθλητικά πλαίσια, έναντι του αντιπάλου του. Έτσι, ισχυρό μπορεί να είναι κι ένα απλώς τεχνικό χτύπημα που θα προκαλέσει ανισορροπία δυνάμεων και πλεονέκτημα νίκης στον αθλητή ενήργησε έναντι του αντιπάλου του.

Για να διαπιστώσει κανείς την διαφορετικότητα μεταξύ του “ισχυρού” και του “ακλόνητου” θα θέσω δύο παραδείγματα. Η ισχυρή αντισεισιμική προστασία στις οικοδομές δεν προβλέπει μόνο ακλόνητα στοιχεία και φορείς (δοκοί κλπ), αλλά ταυτόχρονα μελετά την ύπαρξη ανίσχυρων δομών (τοιχοι κλπ) τα οποία με την  ρώγμωση ή κατάρρευσή τους θα εκτονώσουν μέρος της σεισμικής ενέργειας που μεταφέρεται στην κατασκευή. Αντίστοιχα, στα αυτοκίνητα, μία κατασκευή ισχυρού αμαξώματος προβλέπει μεταξύ των άλλων την πλήρη και αρμονική διάλυσή του σε περιπτώσεις σύγκρουσης, ώστε να μην κινδυνέψουν οι επιβάτες κατά τη διάρκειά τους. Σε πολεμικά οχήματα, η αμυντική ισχύς ονομάζεται κυρίως θωράκιση και σχετίζεται τόσο με την αντοχή σε κρούσεις (παθητική), όσο και με την σταδιακή εκτόνωση της επίθεσης του αντιπάλου (ενεργητική). Κατά την ενεργητική θωράκιση, χρησιμοποιούμε μέσα που αντί να αντιτάξουν ισχύ στην ισχύ, προκαλούν μερικές εκτονώσεις ή παρεκτροπές στην αντίπαλη επίθεση. Έτσι, η ισχυρή ενεργητική θωράκιση δεν  ταυτίζεται με την ακλόνητη , μα αντίθετα, συνιστά ελεγχόμενα καταστροφική θωράκιση.

Είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το πνευματικό πλαίσιο γύρω από τις έννοιες, όταν έχει μάθει, μέσω της εκπαίδευσης, να αντιμετωπίζει τις έννοιες εμπειριοκρατικά, με βάση αποκλειστικά τις αισθήσεις του και την εγωκεντρική στάση ζωής (για να καταλάβω κάτι πρέπει να το υποστώ σε βιολογικό επίπεδο). Εντούτοις, η αποδοχή των εννοιών και επικράτηση αυτών έναντι των εμπειριών, αποτέλεσε τον σπινθήρα για τις πολιτισμικές εκρήξεις ανά τις εποχές, σε αντίθεση με τον εμπειρισμό που πάντοτε προήγαγε τον τομέα της τεχνολογίας. Αυτός είναι άλλωστε κι ο λόγος που σήμερα βιώνουμε θεάματα και ανέσεις, τεχνοτροπίες και απολαύσεις, μην μπορώντας φυσιολογικά να κατανοήσουμε τα αντίστοιχα: συναίσθηση, πληρότητα, τέχνη, ευδαιμονία.

Κατά την επιστροφή μας στην έννοια της ισχύος, δεν μπορώ να μην σταθώ στον εννοιολογικό αποπροσανατολισμό μας κατά τους τελευταίους τρεις αιώνες περίπου, δηλαδή την τεχνολογική έκρηξη μέσω του εμπειρισμού, που παρόμοιό του αμφιβάλλω αν έχει γνωρίσει ο άνθρωπος. Η ισχύς μετατράπηκε σε μαθηματικό παράγωγο της ενέργειας (έργου), λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική διάσταση. Κάπως έτσι επικράτησε και η έκφραση «ισχυρή έκρηξη» που υποδηλώνει δυναμική έκλυση τεραστίων ποσοτήτων ενέργειας σε μικρό χρονικό διάστημα, τη στιγμή που υπάρχει ήδη η επιστημονική έκφραση «εκρηκτική εκτόνωση» ή «εκρηκτική έκλυση ενέργειας». Σαφώς και δεν ευθύνεται η επιστήμη για την ισοπέδωση της έννοιας, όμως συνηθίσαμε να θεωρούμε πως η ισχύς είναι αποκλειστικά μέγεθος αποτελέσματος, λησμονώντας πως λόγω της οικονομίας και πνευματικής εργονομίας, δεν υπήρχε κανένας λόγος να χρησιμοποιούμε στην γλώσσα μας ταυτόσημες λέξεις, τις οποίες κακώς αναγνωρίσαμε ως «θησαυρό» και ομόσημες. Επί της ουσίας δεν υπάρχουν ομόσημες λέξεις, μα συγγενείς και εννοιολογικά γειτνιάζουσες, ακόμη και περιγραφικά προσεγγίζουσες, ανάλογα με την οπτική γωνία που ενίοτε επιλέγουμε. Έτσι, αν αναφερθούμε στο καθοριστικό χτύπημα του πυγμάχου ως «ισχυρό» και «δυνατό» ταυτόχρονα, δεν σημαίνει ότι πλεονάζουμε, δεδομένου ότι το ισχυρό «περιγράφει» τον μερικό συσχετισμό νίκης και το «δυνατό» την μηχανική δυναμική του χτυπήματος. Ένας πυγμάχος μπορεί να «φυσήξει» τον ετοιμόρροπο αντίπαλό του σωριάζοντάς τον στο έδαφος, χωρίς όμως το φύσημα να θεωρείται «ισχυρός» παράγοντας νίκης, καθώς δεν καθόρισε τη νίκη σε σημαντικό βαθμό σε αντίθεση με ένα άλλο χτύπημα που δεν έδωσε άμεσα τη νίκη, μα δημιούργησε τη βασική ανισορροπία δυνάμεων, της οποίας άμεσο επακόλουθο ήταν η επικράτηση.

Κάπου εδώ, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς συμβαίνει στην γλώσσα μας, κι ενώ το επίπεδο εκπαίδευσης έχει ανέλθει ποσοτικώς (απαντάται το μέσο κι ανώτερο επίπεδο εκπαίδευσης στους περισσότερους εξ ημων), η γλωσσική πενία «θερίζει τα πνευματικά στομάχια» της κοινωνίας μας. Δεν είναι ότι δεν θέλουμε να πλουτίσουμε πνευματικά, είναι ότι δεν μπορούμε πλέον. Σε μία μεταφορά, αν κάποιον από εμάς, αποκόπταμε από την υπάρχουσα μαγειρική παράδοση καθ’ όλη τη ζωή του, και τον απομονώναμε σε ένα νησί με όλα τα πρωτογενή αγαθά στην διάθεσή του, θα έτρωγε ρίζες και βρύα και ξερό σιτάρι, μη γνωρίζοντας την ίδια την ουσία και λειτουργία της μαγειρικής. Και μάλιστα θα ήταν και ευτυχισμένος που θα έτρωγε άφθονο σανό, παρέα με τον αξιαγάπητο όνο. Κάπως έτσι είμαστε και στη γλώσσα: χάσαμε την πραγματική «γεύση» των εννοιών απομακρυσμένοι από το βασικό νόημα και λειτουργία της επικοινωνίας, και πλέον είμαστε ευτυχισμένοι με τον λεκτικό «σανό», έχοντας, μεν, στη διάθεσή μας όλα τα πνευματικά αγαθά του κόσμου, μη γνωρίζοντας , δε, τι ακριβώς να κάνουμε με αυτά. Κι αν είμαστε ευτυχείς για την ικανότητά μας να περιορίζουμε το σύνολο των εννοιών της καθημερινότητάς μας στον αριθμό των 250 λέξεων που χρησιμοποιούμε ημερισίως, θεωρώ εξίσου ευτυχή και εξελιγμένο και τον αξιαγάπητο όνο που χρησιμοποιεί άλλες τόσες περίπου παραλλαγές του γκαρίσματος, χωρίς να αξιώνει υπολογιστές και γραβάτες.

Επιστήμη

10 σχόλια

Δύο όψεις - από την ιστοσελίδα http://neatorama.cachefly.net/

Άνθρωπος ή άλογο; - από την ιστοσελίδα http://neatorama.cachefly.net/

Ορισμός του ρήματος “ίσταμαι” από την ιστοσελίδα ischool.gr:

“Μέρος του λόγου: Ρήμα
1. στέκω
2. αυτοί που κατέχουν αξιώματα
3. αυτοί που ανήκουν στην ανώτερη κοινωνική τάξη”


Παραθέτω τον παραπάνω ορισμό ενδεικτικά, ως υποτυπώδες σημείο εκκίνησης στην διαδικασία ανάλυσης της λέξεως “επιστήμη”. Παρά του γεγονότος ότι θα αγγίξω φιλολογικά θέματα, σκοπός μου δεν είναι η επιστημονική φιλολογική προσέγγιση, αλλά συμπληρωματικά προς εκείνη, η ιστορική έκπτωση των εννοιών των λέξεων, οι οποίες βασίζονται σε ένα συγκροτημένο σύστημα λογικής, που είναι ιδιαίτερα εμφανές όταν αναφερόμαστε στην (αρχαία) Ελληνική γλώσσα. Ως εκ τούτου, δεν επιθυμώ να καταργήσω τους φιλολόγους ή να αντιπαρατεθώ μαζί τους. Σκοπός μου είναι ο προβληματισμός γύρω από την ουσία της γλώσσας κι όχι η κατάργηση γνωσιακών εργαλείων και επαγγελματικών θεσμών.

Ο παραπάνω, λοιπόν, ορισμός “στέκει” ως προς την ερμηνεία Νο1, η οποία βρίσκεται πολύ κοντά στην πηγή της λέξεως. Οι άλλες δύο παρότι είναι “ποιητικές”, δίνουν την σύγχρονη εκπτωτική σημασία στην παραπάνω λέξη.

Ίστημι (ίσταμαι) λοιπόν σημαίνει “ορθώνω-ομαι”.  Στην πραγματικότητα, αναφέρεται σε οντότητες, είτε βιολογικές είτε πνευματικές-νοητικές μέσω της “ποιητικής αδείας”. Ας πάμε όμως να δούμε τα σύνθετα της λέξεως, ώστε να πάρουμε μία γεύση της πραγματικής σημασιολογικής αξίας αυτής.

  • Συν-ίστημι (σύστημα)  ή συν-ίσταμαι (σύσταση) σημαίνει -ορθώνω/ορθώνομαι ως-  μία νέα οντότητα στη θέση των (πολλών) παλαιότερων, χρησιμοποιώντας αυτά ως μέρη της νέας σύνθεσης.
  • Δι-ίστημι (διάστημα) σημαίνει ότι μπαίνω ανάμεσα και δι-ίσταμαι (διάσταση) θα πει ότι διαχωρίζομαι από κάτι σε δύο αυτόνομες οντότητες. Μεταφορικά, και ειδικότερα στην επιστήμη χρησιμοποιείται, ώς  η παραγωγή ενδιάμεσου χώρου, τον οποίο και αναγνωρίζει ως ξεχωριστή οντότητα με ιδιότητες.
  • Εν-ίσταμαι (ένσταση) σημαίνει ορθώνω ανάστημα, εξεγείρομαι, επαναστατώ, χωρίς να προκαλώ όμως ενεργές επιδράσεις στο περιβάλλον κλπ., αλλά και ορθώνω επιχείρημα μέσα σε ένα συγκεκριμένο λογικό σύστημα (πχ. νομικό).
  • Εξ-ίσταμαι (έκσταση) είναι η πνευματική διάχυση (διασκορπισμός) της οντότητας, που καταρρέει ως αυτοδύναμη μοναδικότητα σε κατάσταση χάους, εξωτερίκευση της οντότητας.
  • Παρ(παρα)-ίστημι (παράστημα) ή παρ(παρα)-ίσταμαι (παράσταση) είναι η τοποθέτησή ενός αντικειμένου ή εμού του ιδίου στο πλευρό μιας οντότητας, ή στο περιθώριο αυτής.
  • Συμπαρ(συν)(παρα)-ίσταμαι (συμπαράσταση) είναι η παράστασή μου με σκοπό τη δημιουργία μιας οντότητας, ομάδας, οικογένειας κλπ.
  • Υφ(υπο)-ίσταμαι (υπόσταση) σημαίνει ότι τοποθετώ τον εαυτό κάτω από κάτι  ή ότι (παθητικά) δέχομαι επιρροή.
  • Προ-ίσταμαι (προϊστάμενος) σημαίνει ότι τοποθετώ τον εαυτό μου μπροστά από μία οντότητα, σε προβολικό επίπεδο αυτής (χωρικό, χρονικό, οργανωτικό κλπ.).
  • Καθ(κατά)-ίστημι (κατάστημα) ή καθ(κατά)-ίσταμαι (κατάσταση) σημαίνει ότι μεταβάλλομαι σταδιακά  σε μία οντότητα, με συγκεκριμένες ιδιότητες (εμπορικό κατάστημα που μετατρέπει το προϊόν σε εμπόρευμα, σωφρονιστικό κατάστημα που επαναφέρει το άτομο σε σώφρονα κατάσταση κλπ).
  • Από-καθ(κατα)-ίσταμαι είναι η ολοκλήρωση/περάτωση της κατάστασης, σε μία παγιωμένη μορφή.
  • Αντι – καθ (κατά) – ίσταμαι (αντικατάσταση) είναι η οριστική τοποθέτηση στη θέση ενός προηγούμενου.
  • Ανθ(αντί)- ίσταμαι (αντίσταση) είναι η τοποθέτηση απέναντι ή εγκάρσια/”κόντρα” στη ροή, η τάση να δυσχεράνω τη ροή, την ύπαρξη ή λειτουργία μιας άλλης οντότητας.
  • Μεθ(μετα)- ίσταμαι (μετάσταση) είναι η μεταφορά  και ανόρθωση μιας οντότητας σε άλλο σημείο, επίπεδο (χωρικό ή χρονικό) ή η μεταφορά χαρακτηριστικών ιδιοτήτων μιας οντότητας σε άλλη.
  • Αν(ανά)-ίστημι (ανάστημα) ή αν(ανα)-ίσταμαι (ανάσταση ) σημαίνει ότι επαναφέρω την -επί μέρους ή καθολικά- απωλεσθείσα ύπαρξή ενός αντικειμένου ή εμού του ιδίου, ή ότι αλλάζω ιδιότητες σε εκείνο μέσω της απώλειας και αναγέννησης.
  • Επαν(επανα)-ίσταμαι (επανάσταση) κι όχι επι-ανα-ίσταμαι, είναι η αλλαγή των ιδιοτήτων μου από τη βάση τους και μεταφορικά η αλλαγή του τρόπου που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα και συμμετέχω σ’ αυτά (θα ακολουθήσει σε επόμενα κείμενα η ανάλυση της εκπτωτικής  αλλαγής του παθητικού με ενεργητική διάθεση “επανίσταμαι” σε  απολύτως ενεργητικό  “επαναστατώ”, το οποίο και περιορίζεται σε “εξεγείρομαι”).
  • Τέλος αφ(από)-ίστημι (απόστημα) ή αφ(απο)-ίσταμαι (απόσταση, αποστασία) σημαίνει ότι -αποκόπτω/ομαι ως- κομμάτι από ένα σύνολο σε μία αυτοτελή καινούργια οντότητα.

Σε καμία από της παραπάνω ερμηνείες δεν λαμβάνει το ρήμα ίσταμαι την αυθεντική ερμηνεία του “γνωρίζω”. Σε  τέτοια περίπτωση άλλωστε “ανθίσταμαι” θα σήμαινε ότι αντιδρώ στη γνώση (!) ή “παρίσταμαι” ότι παραγνωρίζω (!) κ.ο.κ.. Αντίστοιχα, μπορεί ο καθένας να κάνει λογοπαίγνια με τις υπόλοιπες προθέσεις, για να καταλήξει σε αστείες ερμηνείες των λέξεων με συνθετικό το υπό ανάλυση ρήμα. Από πού κι ως πού λοιπόν το “επίσταμαι” (παθητικό), που αποτελεί τη ρίζα της λέξεως “επιστήμη” σημαίνει γνωρίζω; Ας δούμε τη λέξη από λίγο πιο κοντά.

  • “ἐγὼ δὲ οὐκ ἐκοπίασα κατακολουθῶν ὀπίσω σου, καὶ ἡμέραν ἀνθρώπου οὐκ ἐπεθύμησα, σὺ ἐπίστασαι

Μετ.: Κι εγώ δεν κουράστηκα να σε ακολουθώ, και δεν πεθύμησα την καθημερινότητα (κοινή ζωή) του ανθρώπου, ΕΣΥ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙΣ


Είναι τραγικό το πώς έχει παρερμηνευτεί εκπτωτικά η λέξη “επίσταμαι” σε “γνωρίζω”. Το νόημα της λέξεως δεν σχετίζεται άμεσα με το οίω ή το γιγνώσκω, όπως άλλωστε μας ξεκαθαρίζει η ετυμολογία του. Το γεγονός πως κάποιος αγκαλιάζει επιφανειακά ένα αντικείμενο με εποπτική διάθεση, δεν σημαίνει ούτε ότι το γνωρίζει, ούτε ότι σκοπός του είναι αποκλειστικά να το γνωρίσει. Από την άλλη πλευρά η γνώση είναι απαραίτητο εργαλείο φροντίδας, στην οποία βασίζονται οι άμυνες κάθε έλλογου όντος. Όμως, δεν σημαίνει αποκλειστικά και “στεγνά” γνωρίζω. Ακόμη και η λέαινα επίσταται τους σκύμνους της, με όση γνώση ή λογική μπορεί να διαθέτει ένα θηλαστικό που δεν είναι άνθρωπος. Από την άλλη, η φράση που παρέθεσα παραπάνω ανήκει στα πλαίσια της Θεολογίας. Θα ήταν ανούσιο να περιορίσουμε την έννοια της σχέσεως επιστασίας από τον Θεό  προς τον  άνθρωπο στη γνώση. Πρόκειται για γενικότερη φροντίδα κι εποπτεία, που περιλαμβάνει όλες τις έννοιες στοργής και αγάπης που τρέφει ο πατέρας για το υιο. Αλίμονο αν ο ρόλος του πατέρα είναι απλώς να διδάσκει την αλφαβήτα στο γιο…

“Επί-ίσταμαι” σημαίνει ετυμολογικά ότι στέκομαι έξω από, αλλά σε επαφή με το αντικείμενο (οντότητα), σαν προστατευτικό κουκούλι. Θα μας βοηθήσει η λέξη επιστάτης που έχει ίδια ρίζα, καθώς και η επιστασία (πχ των παιδιών). Στην πραγματικότητα, κι επειδή λειτουργούμε με βάση την όραση, η λέξη επιστασία σχεδόν ταυτίζεται με την εποπτική μέριμνα. Επειδή δε, στον άνθρωπο και λόγω της φέρουσας ηθικής του, η εποπτεία είναι ταυτόσημη με τη φροντίδα, λαμβάνει τη σημασία της επιμέλειας αλλά με πιο αποστασιοποιημένη μορφή. Πώς όμως έφτασε η λέξη “επιστήμη” να σημαίνει γνώση, ενώ στην πραγματικότητα δεν θα υπήρχε λόγος να δημιουργήσουμε μία ακόμη λέξη με ίδιο περιεχόμενο (πχ. οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ήδη χρησιμοποιούσαν λέξεις όπως πχ. γιγνώσκω)  και η Επιστήμη θα μπορούσε κάλλιστα να ονομάζεται Επίγνωση;

Στην αρχαιότητα, ο Πλάτων θεωρούσε ως βάσεις της επιστήμης (φροντίδας και εποπτείας) τα μαθηματικά (με όλες τις μορφές τους) και την αρμονία. Ως κορωνίδα της τοποθετεί τη διαλεκτική φιλοσοφία. Όλες τις υπόλοιπες μορφές γνώσης θεωρεί Τέχνες. Κι όντως, εκείνη την εποχή, όλα τα σημερινά γνωστικά πεδία αποτελούσαν φιλοσοφικές προσεγγίσεις, οι οποίες είχαν ως στόχο την “επιμέλεια” του νου και της ψυχής. Οι Τέχνες (ιατρική, μηχανική, νομική, ρητορική κλπ.),   φρόντιζαν για το εφήμερο. Δεν απέβλεπαν σε “διαχρονική επιστασία”, αλλά άμεση ρύθμιση μίας ατομικής ή κοινωνικής ανάγκης που ήρθε στο προσκήνιο. Στην πραγματικότητα, η ταύτιση της γνώσης με την επιστήμη έγινε πολύ αργότερα,  όταν πλέον η γνώση έγινε αυτοσκοπός κι όχι εργαλείο του ανθρώπου. Λησμονήθηκε ότι η γνώση αποτελεί εργαλείο της επιστήμης (=εποπτείας και προφυλάξεως του ανθρώπου) κι όχι το αντίθετο.  Σε αυτό το σημείο θα τονίσω ότι είναι διακριτή η διαφορά μεταξύ του επιμελούμαι και του επίσταμαι. Το πρώτο σχετίζεται με το τί μπορώ να προσφέρω με βάση τις τωρινές μου δυνατότητες (επιμελής είναι ο μαθητής που φροντίζει κάθε ημέρα για το αυριανό του μάθημα, τον άμεσο στόχο), ενώ το δεύτερο σχετίζεται με την έξωθεν εποπτεία  του πλαίσιου των τωρινών δυνατοτήτων, ώστε να δημιουργήσω συνθήκες διαχρονικής φροντίδας (φιλοσοφία, όπως σωστά έθεσε ο Πλάτων).

Ο Αριστοτέλης διαχωρίζει επίσης τις Τέχνες από την Επιστήμη, θεωρώντας πως οι Τέχνες βασίζονται στο “ποιείν”, δηλαδή τις δημιουργίες που στοχεύουν στην καθημερινότητα του ανθρώπου και σχετίζονται με τον υλικό κόσμο. Για τον ίδιο φιλόσοφο, στις Επιστήμες ανήκουν η Θεολογία, τα Μαθηματικά και η (μη υλιστική) Φυσική. Σκοπός τους είναι να ανακαλύψουν την αλήθεια που κρύβεται πίσω από τα πράγματα, κι όχι μέσα σε αυτά. Κατά τον Επίκουρο, η μόνη πραγματική επιστήμη είναι η φιλοσοφία, καθώς τα μαθηματικά εισάγουν ιδεατά σύμβολα που παγιδεύουν του νου.

Για πάμπολλους αιώνες, η επιστήμη ήταν αμπελοφιλοσοφία στα μάτια του απλού λαού. Την έβλεπε ως ενασχόληση των πλουσίων ή των τεμπέληδων, και στην πραγματικότητα υποτιμούσε τους ανθρώπους που ασχολούνταν με εκείνη. Θεωρούσαν ότι οι τέχνες είναι πρακτικές και αρκετές για να τους διευκολύνουν την διαβίωση-επιβίωση. Άλλωστε, τόσο στην αρχαία Ελλάδα (μητέρα των επιστημών) όσο και στις μετέπειτα Ελληνιστικές εποχές και τον Μεσαίωνα κυριαρχούσαν οι Τέχνες στην ζωή,  εξαναγκάζοντας τις περισσότερες φορές τους ανθρώπους της Επιστήμης σε ακραίες στάσεις ζωής-θανάτου.

Η μεγάλη αλλαγή στην επιστήμη έγινε κατά την εποχή της Αναγέννησης και ολοκληρώθηκε κατά τον Διαφωτισμό, όταν πλέον μία κοινωνική ομάδα ανέλαβε τα ηνία της κοινωνίας, μπλέκοντας τις Τέχνες με την Επιστήμη, σε μία προσπάθεια ενοποίησης των πεδίων σε κοινό γνωσιακό αντικείμενο. Εδώ, θεωρώ σημαντικό να δούμε τις δύο παραπάνω ερμηνείες της λέξεως ίσταμαι, όπως παρατίθενται στο λεξικό της ιστοσελίδας ischool.gr. “Ξαφνικά” (με περιπαικτική διάθεση), το “ίσταμαι” έχει λάβει τη σημασία του αξιώνομαι και του είμαι ανώτερος, αντί του ορθώνομαι και του αποτελώ μία αυτόνομη οντότητα. Και όλως  εξ αίφνης, εμφανίζονται “επιστημονικές ελίτ” που αναλαμβάνουν τις τύχες και κρίσεις επί των ανθρώπων. Έρχεται το ρεύμα του Διαφωτισμού να καθαρίσει τα “απόβλητα” των “στάσιμων” υδάτων του Μεσαίωνα, τοποθετώντας στη θέση της “θεοκρατικής τάξης”, μία “γνωσιακή ελίτ”. Πλέον, ταυτίζεται η γνώση με την επιστήμη, με αμφίδρομο μα και φαυλοκυκλικό αποτέλεσμα: τόσο η γνώση να γίνει αυτοσκοπός, δηλαδή μία αυτόνομη οντότητα μου φροντίζει τον εαυτό της (επιστάτης του εαυτού της), όσο και η επιστήμη να καταστεί γνώστης του εαυτού της (επιστημονική αυτογνωσία), που αυτομάτως αναιρεί την δυνατότητα εξέλιξης πέρα από τα όρια και τις συνθήκες που εκείνη έχει θέσει, όπως άλλωστε υποστήριξα σε προηγούμενη παράγραφο (“…σχετίζεται με την έξωθεν εποπτεία  του πλαισίου των τωρινών της δυνατοτήτων”).

Και τελικώς φτάνουμε στο εξής παράδοξο: να εξισώσουμε την Επιστήμη με τις Τέχνες, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο τμήματα ενός μαγνήτη που συμμετέχουν σε δίπολο  δυναμικής ισορροπίας. Οι μέν Τέχνες αφορούν τον υλικό κόσμο και την εμπειρική προσέγγισή του, ώστε να γίνεται δυνατό το εφήμερο και το αισθητικώς αντιληπτό βραχυπρόθεσμα, η δε Επιστήμη μελετά το μή αισθητό, το μή άμεσα αντιληπτό από τις αισθήσεις, και το μακρυπρόθεσμο που μόνο ο νούς και η ψυχή μπορούν ν’ αντιληφθούν (κόσμος των ιδεών). Εδώ αξίζει να αναφερθούμε επιγραμματικά και στον όρο “Τέχνη” και τη σχέση της με τις σημερινές Καλές Τέχνες (γλυπτική, ζωγραφική κλπ.), που στην πραγματικότητα ουδεμία σχέση έχουν. Οι Καλές Τέχνες είναι στην πραγματικότητα Επιστήμες (εποπτεύουν, εξισορροπούν), σε αντίθεση με τους επιστημονικούς τομείς (φυσική, χημεία κλπ.) που στην πραγματικότητα αποτελούν Τέχνες (εκ του τίκτω = γεννώ, παράγω άμεσο αποτέλεσμα) ή απλώς γνωσιακά πεδία μίας γλώσσας του ανθρώπου, η οποία στις μέρες μας -ατυχώς, μα διόλου τυχαία…- ονομάζεται Επιστημονική. Άλλωστε, και μόνο το γεγονός πως η λέξη τέχνη περιλαμβάνει από την εργασία του απλού ξυλοκόπου μέχρι τα τεράστια έργα κλασσικής μουσικής και ζωγραφικής, δείχνει τη μεγάλη σημασιολογική σύγχιση. Οι σύγχρονοι καλλιτέχνες και φιλόσοφοι είναι στην πραγματικότητα επιστήμονες με την αυθεντική ερμηνεία του όρου, σε αντίθεση με τους σημερινούς ΤΕΧΝΟλόγους επιστήμονες που είναι στην πραγματικότητα τεχνίτες (υπηρέτες της τέχνης),σ’ύμφωνα με την επίσης αυθεντική ερμηνεία της λέξης.

Έχει διερωτηθεί ποτέ κανείς γιατί στην επιστήμη του πολιτικού μηχανικού εξειδικεύεται κάποιος μέσω των Πολυ-ΤΕΧΝ-ικών σχολών;

Αντι-ιδεολογία: Η ιδεολογία του “αντί”…

2 σχόλια

ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Ο πόλεμος των ιδεών
Ένα παιχνίδι από τον Andrew Parks
Για να κυριαρχήσετε στον κόσμο,
Το μόνο που χρειάζεστε είναι μία ιδέα.

§

Σκοπός του παρόντος αντι-κειμένου είναι η αντι-αποσιώπηση(έκφραση) της αντισυλλογικής (προσωπικής) άποψης περί της αντιπαλαιάς (νέας) μόδας του “αντί”, που έχει κυριαρχήσει στον αντιπαραδοσιακό (σύγχρονο) τρόπο του αντιφυτοζωώ (σκέπτεσθαι).

Έχει πλέον γίνει σαφές ότι ζούμε την εποχή της πόλωσης σε όλους τους τομείς, του διττού και δισδιάστατου, του δίχρωμου και επίπεδου, του διικού και εναλλασσόμενου, του διπλού και διχασμένου. Είμαστε παρόντες στους καιρούς της ταξινόμησης σε εντυπωσιακό και βαρετό, σε καλό και κακό, σε σωστό και λάθος, σε ατομικό και κοινωνικό, σε επιστημονικό και μή επιστημονικό, σε αντικειμενικό και υποκειμενικό κλπ. Τα ενδιάμεσα μεγέθη οφείλουν να συμπαραταχθούν με μία εκ των δύο ακραίων συνιστωσών, όπως φάνηκε και στα λόγια του εκφραστή του American Dream (κατά κόσμον Δυτικού Πολιτισμού) Τζορτζ Μπους Τζούνιορ: “όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας”. Και αν θεωρήσαμε ότι η συγκεκριμένη θέση του απόγονου και “φυσικού κληρονόμου της πλανηταρχικής ιδιότητας” είναι ακραία, προφανώς δεν ακούσαμε ποτέ μας εμάς τους ιδίους σε μαγνητοφωνημένη αναπαραγωγή συζητήσεών μας.

Μέσα στο φαινόμενο της πόλωσης του δυτικού τρόπου σκέψης και έκφρασης, που φυσικά πηγάζει από τα σπλάχνα του βουνού του Μεσαίωνα, όταν και στο όνομα του Θεού σταυρώθηκαν στο ξύλο και κάηκαν στην πυρά εκατομμύρια ανθρώπων, κυριάρχησε η επιχειρηματολογία του “αντί”. Η επιχειρηματολογία αυτή έχει την εξής επιστημονική βάση γνωστή ήδη στην αρχαία Ελλάδα, ως σοφιστεία: σε μία πολωμένη κατάσταση, δεν χρειάζεται να παραθέσεις μία ολοκληρωμένη και δημιουργική πρόταση υπέρ της μίας πλευράς, αλλά να καταστρέψεις ρητορικά την αντίθετή της. Άλλωστε η παραγωγή οργανωμένης δημιουργικής σκέψης είναι επίπονη κατάσταση, και πρέπει να υπερβείς τον ίδιο σου τον εαυτό για να ξεπεράσεις τα εμπόδια που εκείνη συναντά. Αντίθετα η καταστροφή της αντίθετης πλευράς, όπως και κάθε καταστροφή, είναι φυσικό προνόμιο της βαρύτητας και των λοιπόν φυσικών-χαοτικών δυνάμεων. Φυσικά, είναι ευκολότερο να εργάζεται κανείς προς την κατωφέρεια, παρά αντίθετα προς εκείνην (ανωφέρεια), δεδομένης της εξοικονόμησης ενέργειας από την δυναμική της βαρύτητας, όπως και είναι ηδονικά ευχάριστο να ξαπλώνει αντί του να τρέχει.

Η σύγχρονη ιδεολογία της πόλωσης εκφράζεται καθημερινά και σχεδόν υποσυνείδητα, μέσα σε αθώες φαινομενικά προτάσεις και μετριοπαθείς θέσεις που εκείνες φαινομενικώς φέρουν: αντικαπιταλισμός, αντικαπνιστής, αντιεξουσιαστής, αντιθεϊσμός, αντιρατσισμός, αντικοινωνικός, αντιδημοκρατικός, αντιφασισμός, αντικομμουνισμός, αντιεθνικός,αντιολυμπιακός κλπ. Η συγκεκριμένη πόλωση, δεν έχει ως σκοπό την ανάδειξη μιας θέσης, ομάδας, συνόλου κλπ. και τα θετικά της στοιχεία, αλλά την καταπολέμηση ολόκληρων αντίπαλων ιδεολογιών ως εχθρικά προς την φέρουσα αντι-ιδεολογία. Ας πάρουμε το παράδειγμα του “αντιδημοκρατικός”. Σύμφωνα με την ανάλυση της λέξης η πρόθεση “αντί” σημαίνει αντίθετο ή και επάλληλο (που δύναται να αντικαταστήσει). Έτσι, ως “αντιδημοκρατικό” θεωρείται οτιδήποτε είναι αντίθετο στη δημοκρατία, ή που θέλει/δύναται να την αντικαταστήσει. Με την παρούσα νομοθεσία, η απόπειρα κατάλυσης του πολιτεύματος, θεωρείται ύψιστο κακούργημα και τιμωρείται αυστηρότατα. Τότε τί ακριβώς σημαίνει “αυτό που προτείνετε είναι αντιδημοκρατικό” που ακούγεται συχνά στα έδρανα της βουλής; Μήπως αφήνει υπόνοιες προδοσίας κατά του πολιτεύματος και θα έπρεπε να έχουν απανωτές αγωγές και μηνύσεις για απόπειρα κατάλυσης του πολιτεύματος; Μήπως πάλι το “αντιδημοκρατικό” είναι ουσιώδες μέρος της δημοκρατίας (ελευθερία έκφρασης, εξέλιξη του πολιτεύματος), ενώ είναι στην πραγματικότητα αντιδημοκρατικό το να απαγορεύεις την εξέλιξη του ίδιου του πολιτεύματος; Άλλωστε εξέλιξη στο πολιτικό σύστημα σημαίνει ότι επεκτείνω την δημοκρατία σε τομείς που δεν προβλέπονταν στα υπάρχοντα πλαίσιά της, ή και αντίστοιχα την περιορίζω σε τομείς που ήταν πρότερα μέσα στα πλαίσια εκείνης.

Ποιο το νόημα επομένως του “αντιδημοκρατικού” σε συζητήσεις, όταν για οτιδήποτε δεν περιλαμβάνεται στα πλαίσια της δημοκρατίας υπάρχει η έκφραση “μή δημοκρατικό”; Ποιο το νόημα του “αντιρατσισμού”, όταν ο μή ρατσισμός είναι το νόημα της ίδιας της δημοκρατίας; Ποιο το νόημα του “αντικαπνιστή” όταν η χρήση του καπνού είναι επιβλαβής κι επίσης εκτός της δημοκρατικής διαδικασίας; Ποιο το νόημα του αντιεξουσιαστή, όταν η εξουσία θεωρείται ίδιον του ανθρώπου, κι ακόμα κι αν φτάσουμε σε σημείο να μην χρησιμοποιούμε πολιτικές εξουσίες, θα είμαστε εναντίον της εξουσίας του ίδιου μας εαυτού;

Το νόημα είναι ιδιαίτερα απλό. Η διαδικασία της πόλωσης είναι πάντοτε το μεγαλύτερο εργαλείο κατεύθυνσης των μαζών. Ο άνθρωπος που δεν θέλει να μοχθήσει καλλιεργώντας το χωράφι του για να τραφεί, δεν πρόκειται ούτε να ασχοληθεί με το τί του δίνουν οι άλλοι, αρκεί να του γεμίζει την γεύση και το στομάχι. Αντίστοιχα, ο άνθρωπος που δεν θέλει να καταβάλλει πνευματική εργασία για να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του, ψάχνει έτοιμη “τροφή” πακεταρισμένη όμορφα και περιτυλιγμένη με αστραφτερά κορδελάκια για την μεγιστοποίηση της ματαιοδοξίας του “υπάρχω” και “αξίζω”. Κι εδώ έρχεται η πόλωση, να κατακρεουργήσει τις έννοιες όπως ακριβώς συμβαίνει στα εμπορικά προϊόντα με την διαφήμιση και την προώθηση:

“Το sapounex είναι το ΜΟΝΟ που έχει μπλα μπλα, και σε ΑΝΤΙΘΕΣΗ με τα υπόλοιπα προϊόντα, έχει μπλα μπλα…”

“Το κρέας του Μοσχαροσφαγεονικολακόπουλου (τυχαίο) προέρχεται από τις ΜΟΝΑΔΙΚΕΣ φαρμες της μπλα μπλα και είναι ΜΗ ΚΑΤΕΨΥΓΜΕΝΟ”

Στο δεύτερο παράδειγμα, κανείς φυσικά δεν μας έχει πει ότι στην πραγματικότητα η διαφορά σήμερα μεταξύ κατεψυγμένου και φρέσκου είναι ελάχιστη, στην τελική ποιότητα διατροφής.

Έτσι, λοιπόν, καταλήγουμε στην ιδεολογία του “αντί” που είναι η ευκολότερη όλων, μιας και δεν απαιτεί εκ νέου δημιουργία, αλλά απλά επιλεκτική αντιμετώπιση μιας πρότερης δημιουργίας, ασχέτου ποιότητας ή ικανότητάς της. Η ιδεολογία του “αντί” βολεύει παραδόξως τους οπαδούς της “ιδεολογίας” που βρέθηκε απέναντι από εκείνη. Κι αυτό γιατί συσπειρώνει τα ίδια τα φανατισμένα μέλη της έναντι του νεοσυσταθέντος “εχθρού”, αλλά και εξαναγκάζει τους ουδέτερους να συμπαραταχθούν με μία πλευρά, η οποία σπάνια περιορίζεται στο σημείο της αντιδικίας. Έτσι, πχ. ο αντιρατσισμός συσπειρώνει ακόμη περισσότερο τους φέροντες το “ίδιον του ρατσισμού”, με νέο δεδομένο ότι “βρέθηκε σύμμαχος των κατώτερων όντων για τα οποία μας κατηγορούν ως ρατσιστές”, με άμεσο αποτέλεσμα την νομιμοποίηση της ιδεολογίας από την ύπαρξη της αντι-ιδεολογίας και τη δημιουργία  εστιών “σύννομου ρατσισμού” μέσω της πόλωσης, όπως ρατσιστικό κόμμα Ελλάδος, αντίδραση στον αντιρατσισμό που αποτελεί κοινωνικό ρατσισμό εναντίον των ρατσιστών κλπ.

Με αυτόν τον τρόπο η φυσική καταπολέμηση του ρατσισμού -η παιδεία- αντικαθίσταται από έναν πόλεμο ιδεολογιών που διαιωνίζεται επ’ άπειρον, κατά τον οποίο οι δύο πλευρές βρίσκουν ταυτόχρονα σύμμαχο στα κιτάπια της – ούτως ή άλλως- ουδέτερης από τη φύση της επιστήμη. Παράδειγμα αντιΑγγλισμού: “όταν εγώ (ο Έλλην) έκανα επιστήμη, ο Άγγλος έτρωγε καρύδες σκαρφαλωμένος στο δέντρο” που συνοδεύεται από  γεω-ιστορικά και γενετικά ντοκουμέντα (έσπευσαν να ανακαλύψουν Ελληνικά γονιδιώματα κλπ.). Λέγοντας, βέβαια, αυτό σε έναν Άγγλο, είναι φυσικό να σου πει με αντι-Ελληνικό τρόπο και αμυνόμενος στον αντι-Αγγλισμό:  “ναι, αλλά τώρα που εγώ παράγω και ελέγχω την επιστήμη… τί καιρό έχει εκεί πάνω στο δέντρο; Και παρεμπιπτόντως… οι καρύδες είναι φρέσκιες;” και πάει λέγοντας… Τα άμεσα αποτελέσματα είναι να πει ο Άγγλος στους Άγγλους φίλους του: “ρε άκουσες πως μας προσβάλλει ο Έλληνας;”, κι αντίστοιχα ο Έλληνας στους συν-Έλληνες “άκου ρε να μας την πει ο Άγγλος!”. Ακολουθεί εθνικιστική έξαρση, χαρά στις τσέπες των εθνοκάπηλων εκατέρωθεν, που σπεύδουν να δημιουργήσουν γνώση, να τυπώσουν σωβινέντυπα εθνικιστικο-ρατσιστικού  περιεχομένου ή και να πάρουν μίζες από εξοπλισμούς πιθανής επερχόμενης κρίσης κ.ο.κ.

Δύο από τα πράγματα που πλέον δεν αντέχω στον Έλληνα είναι ο Αμερικανικής παιδείας Αντι-αμερικανισμός, και ο καπιταλιστικός αντικαπιταλισμός. Διότι, όπως η αντίφαση δεν είναι αντίθετο της φάσης, έτσι κι ο Αντιαμερικανισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αντίθετος στο American Dream που μας έχει γίνει μόνιμος ολονύχτιος εφιαλτης. Ακόμα χειρότερα, ο καπιταλισμός δεν καταπολεμάται με αντικαπιταλισμό, μιας και ο δεύτερος είναι  φυσικό παράγωγο του πρώτου. Στον καπιταλισμό πάντα κάποιος εκμεταλλεύεται, είτε γιατί έχει την ικανότητα είτε την τύχη, κάποιον άλλο. Ο πρώτος συνήθως ονομάζεται καπιταλιστής, ο δεύτερος αντικαπιταλιστής. Ούτε βέβαια καταπολεμάται το σύστημα με αντικαπιταλιστικές πορείες ανθρώπων που φορούν ωρολόγια εκατοντάδων ευρώ, όταν αυτοί που τα παράγουν πληρώνονται σε …είδος. Βέβαια, “εμείς η μεσαία τάξη” είμαστε οι κύριοι φορείς ιδεολογίας και αντιιδεολογίας, μιας και πότε πληρώνουμε σε …είδος και πότε πληρωνόμαστε. Άλλωστε το γεγονός πως κατασκευάζω antivirus για τους υπολογιστές, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είμαι κατά της παραγωγής ιών για εκείνους…

Στον πρόλογο του παρόντος άρθρου έκανα μία περιγραφή του πώς θα γίνει η γλώσσα μας σε λίγα χρόνια, μετά την επικράτηση της ιδεολογίας του “αντί”. Θα παραθέσω κι ένα τμήμα του προηγούμενου κειμένου παραφρασμένο στην νέα “γλώσσα του αντί”, για να διαπιστώσει κανείς πόσο αλλάζουν και ισοπεδώνονται τα νοήματα με τη διαδικασία της πόλωσης (αντι-ισημερίνωσης):

“Στο προηγούμενο άρθρο έδωσα μία αντιεπουσιώδη προσέγγιση της «αντιακραίας τάξης» η οποία έχει έντεχνα ταυτιστεί με την εργατική. Όμως, στη σύγχρονη ιστορία (δηλαδή στη διασπορά των υπηρεσιών στην κοινωνία), η εργατιά απαντά στα «αντιανώτερα» στρώματα, σε αντίθεση με τις αντιμεθύστερες κοινωνικές διαστρωματώσεις που ο αγρότης ήταν πραγματικά αντιανίσχυρος. Σήμερα, μπορούμε να αντισιωπούμε για την εργατική τάξη του γκαρσόν, του delivery, του καταστηματάρχη, του δασκάλου κλπ. Όλοι αυτοί, όμως, δεν ανήκουν στον εργατικό τομέα αλλά στον αντιανεργιακό. Όπως ανέφερα παραπάνω, στον αντιανεργιακό τομέα ανήκουν όλοι όσοι μετέχουν μισθωμένων εργασιών, θέσεων και υπηρεσιών. Ο αντιεμπλουτισμός της έννοιας της εργασίας (παραγωγή έργου κοινωνικών παροχών) και η –μοιραία- βαθμιαία σημασιολογική σύμπτωση της εργασίας με την εργατιά, ήταν στην ουσία και ο καταποντισμός του φέροντος αισθήματος των εργατικών κινημάτων και ο εννοιολογικός αντιεκταφιασμός κάθε προσδοκίας για κοινωνική αποκατάσταση της «εργατικής» τάξης.”
Συγγραφέας (δηλαδή αντιαναγνώστης): Stavmanr

Εργασιακή τάξη (Εμείς, η μεσαία τάξη -η συνέχεια-)

Γράψτε ένα σχόλιο

ypo

Εργάτης είναι μία λέξη που περιγράφει/ορίζει την ιδιότητα ενός ανθρώπου να παράγει έργο. Όμως τι ακριβώς είναι έργο;

Σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας έργο (ergo) είναι η διαδικασία παραγωγής άμεσου αποτελέσματος με την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων ενέργειας από την μηχανική του σώματος του ανθρώπου. Κατά το πέρασμα των αιώνων, το έργο αυτονομήθηκε ως έννοια και λειτούργησε ως ουσιαστικό που περιγράφει το παραχθέν αποτέλεσμα μέσω της παραπάνω διαδικασίας. Έτσι, λέμε έργα υποδομής, έργο οδοποιίας, κινηματογραφικό έργο κλπ. Στα παλαιότερα χρόνια «εργάτης» ήταν η περιγραφή ενός συνόλου ανθρώπων που κατανάλωναν τεράστιες ποσότητες μηχανικής ενέργειας, προκειμένου να παραχθούν συγκεκριμένα αποτελέσματα, συνήθως άμεσα αντιληπτά και βασικά για την επιβίωση των υπολοίπων. Έτσι, ο τσαγκάρης ή ο φούρναρης δεν ήταν εργάτες, καθώς απλά επεξεργάζονταν την πρώτη ύλη που παρήγαγαν οι εργάτες (αγρότες). Το ίδιο και οι μηχανικοί που επεξεργάζονταν την πρώτη ύλη που παρήγαγαν οι εργάτες (πλίνθοι, λάσπη κλπ). Όμως, εκείνοι που εργάζονταν για το έργο που επέβλεπε ο μηχανικός ήταν εργάτες (δούλοι συνήθως), οι οποίοι και κατέβαλαν τεράστιο μόχθο στην υπηρεσία του χειροπιαστού αποτελέσματος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο γίνονταν ο διαχωρισμός μεταξύ του εργάτη και του τεχνίτη.

Με την ανάπτυξη του εμπορίου, δημιουργήθηκε ο τομέας των εμπόρων, που φυσικά ουδεμία σχέση είχαν με τους εργάτες, παρά μόνο στον τρόπο με τον οποίο τους χρησιμοποιούσαν στις επικουρικές εργασίες του εμπορίου. Οι έμποροι δεν περιγράφονταν επαρκώς από τους δύο υπάρχοντες «τύπους» προσφοράς: τους εργάτες και τους τεχνίτες. Έτσι, προώθησαν έναν νέο τύπο εργασίας που σήμερα ονομάζουμε «υπηρεσίες». Εδώ είναι σημαντική η ετυμολόγηση του υπηρετώ*. Στην πραγματικότητα προέρχεται από την πρόθεση «υπό» και τον αόριστο του ρήματος «αίρω» (ήρα) που σημαίνει ανυψώνω, γίνομαι στήριγμα για να ανυψωθεί ένα αντικείμενο. Χρησιμοποιήθηκε στη σύγχρονη έκφρασή του ως «μεσολαβώ» ή «κομίζω», δηλαδή μεταφέρω, γίνομαι ενδιάμεσος μίας μεταφορικής κατάστασης. Στις αριστοκρατικές τάξεις των προηγούμενων αιώνων υπηρέτης ήταν ο κομιστής των όποιων αντικειμένων που απαιτούσε ο άρχοντας.

Στην εποχή μας έχει επικρατήσει ο όρος «εργαζόμενος», ο οποίος ουδέ μία σχέση έχει με τον «εργάτη». Διότι, ο εργάτης παράγει άμεσο αποτέλεσμα επί μακρόν με καταβολή μόχθου, ενώ ο εργαζόμενος θεωρείται οιοσδήποτε μετέχει εργασίας ως επαγγελματίας απασχολούμενος (με τη σύγχρονη ερμηνεία της λέξης, της κοινής «απασχόλησης»). Η εργασία είναι, όντως, ένας εκ των τομέων που συνιστούν ένα έργο, σύμφωνα με την δεύτερη ερμηνεία του έργου, όπως την παρέθεσα στην πρώτη παράγραφο, εκείνης της έννοιας δηλαδή που υποδηλώνει το αποτέλεσμα που παράγεται από εργάτες. Όμως, η διαφορά είναι σημαντική: ενώ το έργο απαιτεί την συμμετοχή εργατών για να παραχθεί, ετούτο δεν σημαίνει αυτόματα πως όποιος μετέχει στην παραγωγή του έργου είναι απαραίτητα εργάτης. Για να μην μπερδευτούμε, θα το αναλύσω με τη βοήθεια παραδείγματος.

Έστω ότι το έργο που παράγεται ονομάζεται «δρόμος». Η παραγωγή του έργου απαίτησε μόχθο ή αλλιώς στην κοινή καθομιλουμένη «ιδρώτα» (κάματο). Αν εξαιρέσουμε το γεγονός πως κάματος παράγεται από κάθε μας κίνηση -συνειρμός που αφορίζει τα πάντα, μιας και πρέπει να πληρωνόμαστε επειδή προφανώς ζούμε (κινούμαστε)-, ο κάματος στην εργασία κλιμακώνεται σταδιακά και ανάλογα με το πόστο του κάθε μετέχοντα. Έτσι, οι άνθρωποι που ανεβαίνουν στις σκαλωσιές ή σκάβουν με τα φτυάρια (κλπ.) καταναλώνουν καθημερινά σημαντικές ποσότητες εσωτερικής ενέργειας σε μηχανικό έργο, σε αντίθεση πχ. με τους μηχανικούς, τους οδηγούς ή τους τεχνίτες. Εκείνος που καταναλώνει τεράστια ποσά ενέργειας είναι εργάτης, σε αντίθεση με τον καλουπατζή ο οποίος είναι τεχνίτης, τον επιβλέποντα μηχανικό ο οποίος είναι επιστημονικό προσωπικό, τον λογιστή ο οποίος ανήκει επίσης στο επιστημονικό προσωπικό κλπ.

Καταλαβαίνουμε επομένως ότι η έννοια εργάτης δεν ταυτίζεται με την αντίστοιχη του εργαζόμενου. Διότι εργαζόμενος μπορεί να είναι και ο τραπεζίτης, ο πολιτικός, ο γιατρός, ο δικηγόρος, ο πωλητής, ο μουσικός, ο ιερέας κλπ. Εφόσον κάνουμε αυτόν τον διαχωρισμό, μπορούμε να μπούμε στο βασικό και ουσιαστικό νόημα του άρθρου, την περιβόητη και πολυσυζητημένη «εργατική τάξη».

Στο προηγούμενο άρθρο έδωσα μία βασική προσέγγιση της «μεσαίας τάξης» η οποία έχει έντεχνα ταυτιστεί με την εργατική. Όμως, στη σύγχρονη ιστορία (δηλαδή στη διασπορά των υπηρεσιών στην κοινωνία), η εργατιά απαντά στα «κατώτερα» στρώματα, σε αντίθεση με τις πρωταρχικές κοινωνικές διαστρωματώσεις που ο αγρότης ήταν πραγματικά ισχυρός. Σήμερα, μπορούμε να μιλάμε για την εργατική τάξη του γκαρσόν, του delivery, του καταστηματάρχη, του δασκάλου κλπ. Όλοι αυτοί, όμως, ανήκουν στον εργασιακό τομέα κι όχι στον εργατικό. Όπως ανέφερα παραπάνω, στον εργασιακό τομέα ανήκουν όλοι όσοι μετέχουν μισθωμένων εργασιών, θέσεων και υπηρεσιών. Η υποβάθμιση της έννοιας της εργασίας (παραγωγή έργου κοινωνικών παροχών) και η –μοιραία- βαθμιαία σημασιολογική σύμπτωση της εργασίας με την εργατιά, ήταν στην ουσία και ο καταποντισμός του φέροντος αισθήματος των εργατικών κινημάτων και ο εννοιολογικός ενταφιασμός κάθε προσδοκίας για κοινωνική αποκατάσταση της «εργατικής» τάξης.

Στην εισαγωγή του «Κεφαλαίου» του Μαρξ σε απόδοση Μαρξ Κάουτσκυ, υπάρχει το εξής σχόλιο από τον Μπερνάρ Σω:

«Ακόμη ήταν μόδα πριν από εικοσιπέντε χρόνια ανάμεσα στους Άγγλους σοσιαλιστές, να ισχυρίζονται πως έχουν διαβάσει σωστά τον Καρλ Μαρξ και το φημισμένο του έργο «το Κεφάλαιο». Τον διάβασα πραγματικά, μόνο για να ανακαλύψω, πως αυτό το βιβλίο δεν περιέχει ούτε μία πρόχειρη λέξη για το αντικείμενο του σοσιαλισμού. Δεν λογαριάζω τον Μαρξ ούτε ανάμεσα στους Γερμανούς συγγραφείς, ούτε ανάμεσα στους συγγραφείς καμίας εθνικότητας. Ανήκει στον Διεθνισμό και η πολεμική του κραυγή είναι ‘αντιαστοί όλων των χωρών ενωθείτε στον αγώνα!’. Ο κόσμος οφείλει μεγάλη ευγνωμοσύνη προς τον Μαρξ για την περιγραφή του του εγωισμού και της βλακείας αυτής της αξιοπεριφρόνητης μεσαίας τάξης, που λατρεύεται στην Αγγλία και στη Γερμανία, και «το Κεφάλαιο» είναι ένα από εκείνα τα βιβλία, που αλλάζουν το νου του ανθρώπου, όταν κατορθώνει να το χωνέψει σωστά».

Χαρακτηριστικά στο σχόλιο του Σω είναι τα εξής σημεία κατά την προσωπική μου άποψη: ερμηνεύει «το κεφάλαιο» ως διδασκαλία προς τους αντιαστούς κι όχι προς τους εργάτες ή τους αστούς του μόχθου, και αναφέρεται στον βλακώδη εγωισμό (ιδιοτέλεια) της μεσαίας τάξης που τόσο πάσχει από την ιδεοληψία του κατ’ επίφασην σοσιαλισμού και της φαντασιακής αλληλεγγύης, όπως περιέγραψα στο προηγούμενο κείμενο «εμείς η μεσαία τάξη…». Φυσικά, η παρατήρηση του Σω για την μεσαία τάξη της Αγγλίας και Γερμανίας στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, μπορεί να αναχθεί ποιοτικά -εύκολα και όχι ιδιαίτερα επισφαλώς- στα χαρακτηριστικά της σημερινής διεθνούς μεσαίας τάξης, η οποία και αποτελεί εξαγωγικό πολιτικό-κοινωνικό προϊόν, από το πυθάρι της εσωτερικής κοινωνικής οργάνωσης των παραπάνω χωρών προς τον υπόλοιπο κόσμο.

Διότι με την υπάρχουσα αντίληψη περί εργασίας και εργατικής τάξης (στην πραγματικότητα εργασιακής), εργάτης (εργαζόμενος) είναι και ο διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Αρχιεπίσκοπος, ο Πρόεδρος του ΟΗΕ, ο εφοπλιστής και πλοιοκτήτης πετρελαιοφόρων κλπ. Εκεί καταντήσαμε με την διαρκή και έντεχνη έκπτωση των εννοιών. Να μην ξέρουμε τι αντιμαχόμαστε και γιατί το αντιμαχόμαστε. Γιατί στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε σε ποια πλευρά ανήκουμε, με αποτέλεσμα να καταλήγουμε -ζαλισμένοι από την αναζήτηση- στον βολικό, βλακώδη και ανενεργό/ουδέτερο χυλό από ιδιοτελή ανθρωπόμορφα συστατικά, εκείνον της «μεσαίας τάξης».

Η αντίδραση των εγχώριων media στην παγκόσμια οικονομική κρίση θυμίζει τη γνωστή παροιμία «κι η μυλωνού τον άντρα της». Όπως ακριβώς η εγχώρια αστική τάξη αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως μεγιστάνες ενώ πρόκειται για απλούς μεγαλομπακάληδες…»
( Από το ένθετο περιοδικό «ΕΙΚΟΝΕΣ» της εφημερίδας «ΕΘΝΟΣ» / τεύχος Νο.347 της 19.10.08 )
*= άλλες ετυμολογικές αναλύσεις θέλουν το υπηρετώ παράγωγο των υπό και ερέτης, δηλαδή υπό του κωπηλάτη στα αρχαία πλοία. Προσωπικά βρίσκω την ερμηνεία αυτή αδύναμη, όμως το γενικό νόημα παραμένει το ίδιο, δηλαδή η υπακοή στις προσταγές του αρχηγού.

Εμείς, η μεσαία τάξη…

8 σχόλια

Από την ιστοσελίδα www.cartoonstock.com
μέσος average
επίθ ουδ / θ / α μέσος, μέση, μέσο ['mesos, 'mesi, 'meso]
1 μεσαίος
μέσο μέγεθος
2 μέτριος
μέσο επίπεδο
3 κοινός
ο μέσος πολίτης
ο μέσος όρος (+γεν)
ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο
υψηλός μέσος όρος ηλικίας

Αυθορισμός:

Ας προσπαθήσω να προσεγγίσω τη «μεσαία τάξη» με βάση τον ορισμό του προσδιορισμού «μέσος».

Σύμφωνα με τον ορισμό Νο1, λοιπόν, πρόκειται για το μέσο μέγεθος, το συχνότερα εμφανιζόμενο, εκείνο που μπορεί να βολέψει το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού. Κι όντως, βολικά αοριστολογικό, ευκόλως παρεξηγήσιμο και παρανοήσιμο, επιδέχεται χαλάρωση με τη χρήση σαν ένα κοινό ρούχο, μα και δύναται να υποστεί στένεμα με πιθανό απρόσεκτο πλύσιμο. Εύκολα μετατρέπεται από μέσο σε μεγάλο μα και σε μικρό, ανάλογα με το πώς θα το χρησιμοποιήσει και συντηρήσει κανείς.

Ο ορισμός Νο2 παραπέμπει σε ποιοτικό μέγεθος: «μέτριος». Αυτό είναι δυνατό να το προσεγγίσουμε είτε εμπειρικά, με βάση τις αισθήσεις , όπως πχ λέμε ένας μέτριος καφές, είτε ιδεατά και αισθητικά, όπως πχ. λέμε «μέτρια απόδοση του έργου». Η πρώτη περίπτωση προσεγγίζει την πρώτη ερμηνεία, δηλαδή του μέσου μεγέθους, μιας και η εμπειριοκρατία σχετίζεται με την ανάλυση ποσοτικών μεγεθών. Στην πραγματικότητα ο μέτριος ταυτίζεται ποσοτικά με τον μέσο, μιας και ο έχων κατά νου το μέτρο (μέτριος), πάντα προσεγγίζει μία -μαθηματικού τύπου- πιθανολογική ποσοτική τιμή.

Ο ορισμός Νο3 είναι η σύνθεση των ορισμών Νο1 και Νο2, και προσαρμογή τους στα μέτρα της ανθρώπινης κοινωνίας. Δηλαδή, η ποσοτική και ποιοτική ανάλυση των κοινωνικών στρωμάτων, ασχέτως με την οπτική γωνία που εμείς κάθε φορά επιλέγουμε ως όψη παρατήρησης. Από τα αρχαία χρόνια υπήρχε ο διαχωρισμός μεταξύ της άρχουσας τάξης (πχ. γαλαζοαίματων) και των «κοινών» (ορισμός Νο3) θνητών. Βέβαια, αυτή η ιστορία βολεύει εξίσου και τους «κοινούς» θνητούς, καθώς φαίνεται να τους εξισώνει (ψυχολογικά) με τους «κοινούς μη έχοντες» της κάθε εποχής, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην υπάρχει για εκείνους κατώτερη τάξη, αλλά μόνο μέση και ανώτερη (η μεσαία αναλαμβάνει το ρόλο της κατώτερης καταργώντας τα νοητά όρια μεταξύ των). Ετούτη όμως η διαπίστωση, είναι καί μαθηματικώς άστοχη. Το μέσο και το ανώτερο προϋποθέτουν την ύπαρξη κατώτερου, οπότε και μεσαίο θεωρείται το σύνολο τιμών (τομέας, τμήμα) που περιέχονται μεταξύ οριακών τιμών, με τις οποίες και εμφανίζει αντίστοιχα συσχετισμούς αμφίδρομων ανισοτήτων [μεγαλύτερο από (>) και μικρότερο από (<)].

«Εμείς η μεσαία τάξη είμεθα η μόνη τάξη

με έντιμη συνείδηση, εθνική.

Παρασυρόμενοι όμως απ’ τις άλλες τάξεις,

στα νοήματα μα και στις πράξεις,

δίνουμε χροιά πολιτική:

Για όλα φταιν οι γκόμενες…

Κι όπως είναι φυσικό η μεσαία τάξη

θέλει κι εκείνη λιγάκι να διατάξει,

να γίνει άρχουσα δηλαδή…

Στην κλειδαρότρυπα στημένη με το χέρι στην τσέπη

χρόνια τώρα περιμένει και βλέπει,

όμως την εμποδίζει ένα κλειδί!»

(Οι γκόμενες, Δήμος Μούτσης)

Αυτοκριτική:

Στην πραγματικότητα εκείνο που συμβαίνει είναι ότι η «μεσαία» τάξη συμμετέχει στο έγκλημα από κοινού με την άρχουσα τάξη, προσπαθώντας να παγιώσει τη θέση της στην ελίτ των -μερικώς ή επαρκώς- προνομιούχων της ανθρωπότητας. Αυτός είναι και ο λόγος που σπανίως κοιτά προς τα κάτω, μα και όταν κοιτά, στην ουσία ρίχνει λοξές ματιές μέσα από καθρέφτες ώστε να βλέπει και τον εαυτό της στη συνολική εικόνα. Έτσι, καθώς παρακολουθεί έναν συνάνθρωπο να πεθαίνει της πείνας ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο, η μεσαία τάξη σπεύδει να οικειοποιηθεί το γεγονός, διαδηλώνοντας πως «μας αφήνουν να πεθάνουμε στο πεζοδρόμιο», την ώρα που ένα κομμάτι ψωμί κι ένα παλαιό ρούχο θα μπορούσε κάλλιστα να προσφέρει χωρίς ιδιαίτερες φιλοσοφικές κοινωνικοπολιτικές τοποθετήσεις.

Αυτοβιολογία:

Στην πανίδα, και ιδιαίτερα στα θηλαστικά, υπάρχουν χαρακτηριστικοί τρόποι να οριοθετούνται οι κεκτημένες, με βάση την φέρουσα ισχύ, περιοχές. Έτσι, πχ. οι σκύλοι ουρούν στις γωνίες, και οι λεοπαρδάλεις στα δέντρα, ώστε να δηλώσουν το αφιλόξενο της περιοχής σε πιθανό εισβολέα. Εισβολέας στο ζωϊκό βασίλειο είναι οποιοσδήποτε διεκδικεί δικαίωμα στα αντικείμενα ορέξεως των βασικών ενστίκτων (τροφή, αναπαραγωγή). Τόσο το δικαίωμα στην τροφή, όσο και στην αναπαραγωγή (αναζήτηση και δελεασμός συντρόφου) αποτελούν τα κύρια αίτια της αποκτήσεως ισχύος σε όλη την πανίδα, και φυσικά στη ζωώδη φύση του ανθρώπου.

Ας μη μας ξεγελά η αντίληψη πως ο ανταγωνισμός αποτελεί την πηγή της νόησης και των επιστημών, καθ’ ώς θέλουν διάφοροι «ειδήμονες» πολιτικών και οικονομικών επιστημών να μας παρουσιάσουν. Η ανώτερη νόηση, τουλάχιστον με τη σύγχρονη μορφή της, οφείλεται στον συναγωνισμό και στην άμιλλα, όταν και η ισχύς της ομάδας καθίσταται σκοπός των ατόμων, κι όχι η αντίστοιχη ισχύς των ιδίων αυτοσκοπός (ιδιοτέλεια). Ο ανταγωνισμός (φυσική επιλογή) είναι το προηγούμενο στάδιο ανάπτυξης του οργανισμού, όταν εκείνος προσπαθεί να βελτιώσει τη φυσική του κατάσταση, περνώντας σταδιακά από αμοιβάδα σε θηλαστικό. Όταν αρχίσει αυτή η διαδικασία να ολοκληρώνεται και σχηματιστεί το σύνολο του αυτόνομου οργανισμού, περνάμε στο επόμενο στάδιο, την κοινωνικοποίηση, που αποτελεί μεταβατικό στάδιο για το μεθεπόμενο, την πολιτικοποίηση (φυσικά άσχετο σαν όρος με τη σημερινή του έκπτωση). Στο στάδιο της κοινωνικοποίησης, μετέχω σε μία αγέλη ώστε να υπηρετήσω τις επιταγές της επιβίωσή μου (ένστικτο) με περισσότερες αξιώσεις (συναντάται με μεγάλη συχνότητα εμφάνισης στο ζωϊκό βασίλειο, κι ως εκ τούτου δεν αποτελεί προνόμιο του ανθρώπου). Στο στάδιο της πολιτικοποίησης, μετέχω μιας ολοκληρωμένης κοινωνικής ομάδας, με σκοπό την εξέλιξή της ως ενιαία οντότητα. Πρόκειται φυσικά για ακόμη μία παρερμηνεία της Αριστοτέλειας θεώρησης: «άνθρωπος όν πολιτικόν», που ουδεμία σχέση εμφανίζει με την πολιτική ως επιστήμη ή ως επάγγελμα, αλλά αντίθετα αφορά μία μετακοινωνική στάση ζωής.

Αυτοπροσδιορισμός:

Έπειτα από την μικρή παραπάνω εισαγωγή, που είχε ως στόχο την κατάδειξη της οριοθέτησης της περιοχής της «μεσαίας τάξης» μέσω των δικών της «ανθρωποκοινωνικών ούρων», και φυσικά προσπάθεια επέκτασης της αυτής περιοχής προς κάθε δυνατή κατεύθυνση προσβλέποντας σε αύξηση ισχύος έναντι των «ανταγωνιστών», μπορούμε να περάσουμε στο κυρίως νόημα του παρόντος κειμένου. Εκείνοι που πραγματικά εκμεταλλεύονται την κατώτερη τάξη είμαστε εμείς: η μεσαία τάξη. Είτε ως δημόσιοι υπάλληλοι, που βολεμένοι σε ένα σύστημα μηνιαίας φοροείσπραξης έχουμε δημιουργήσει και συντηρούμε ένα κοινωνικό πλαίσιο εσωτερικής ισχύος (κοινωνικής εντροπίας) μέσω της σύγχρονης πολιτικής έκφρασης, είτε ως ελεύθεροι επαγγελματίες που εκμεταλλευόμαστε την αμέσως κατώτερη από εμάς τάξη, φαινόμενο χαρακτηριστικό της ιδιοτέλειας κάθε οργανισμού.

Κι όντως, με μία ματιά στην κοινωνία που μας περιβάλλει, είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι τα πάντα σχεδιάζονται με σκοπό την συντήρηση της μεσαίας τάξης, κυρίως γιατί βολεύεται τόσο η άρχουσα τάξη, όσο και η μεσαία, αφήνοντας στο περιθώριο την κατώτερη, ώστε να δημιουργείται και ταυτόχρονα να καλύπτεται μερικώς ή συνολικά η ψευδαίσθηση της ισχύος. Όλες οι τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών σταθμίζονται με βάση το μέσο εισόδημα (μισθός). Οι υποδομές αναπτύσσονται με βάση την ποσότητα των μεσοταξικών πληθυσμών μιας κοινωνίας. Η μόρφωση σχετίζεται με τα ήθη και τις ανάγκες της εκάστοτε μεσοταξικής κοινωνίας. Οι μαφίες αναπτύσσονται κυρίως ως μεταβατικό στάδιο από τη μεσαία προς τις ανώτερες τάξεις (πχ. εμπόριο ναρκωτικών, σωματεμπορία κλπ.), και στη συνέχεια παγιώνονται σε εκείνες. Το πραγματικό χρήμα διακινείται στις μεσαίες τάξεις, καθώς στις ανώτερες κυριαρχεί η χρηματοπίστωση. Άλλωστε, η ψευδαίσθηση της ισχύος είναι εκείνη που ωθεί κυρίως τη μεσαία τάξη στη χρηματοπίστωση, καθώς τα πρότυπα των ισχυρών μελών είτε υπερπροβάλλουν την ύλη και την φαινόμενη ισχύ της κατανάλωσης, είτε διαφημίζουν τη χρηματοπίστωση ως το εισιτήριο για την ανώτερη τάξη. Κι αν κανείς θέσει το εύλογο ερώτημα: «μα φυσικό δεν είναι τα πάντα να οριοθετούνται με βάση το μέσο;», προφανώς δεν έχει κατανοήσει ούτε κατά σημείο στίξεως το παρόν κείμενο. Διότι, αν πάρουμε το παράδειγμα της μεσότητας στον οικονομικό τομέα, τότε όλοι θα έπρεπε να μοιραζόμαστε εξίσου όλα τα αγαθά. Αυτό που συμβαίνει σήμερα, είναι ότι ορίζουμε αξιακά και δογματικά ποιο είναι το μέσο, χρησιμοποιώντας για τον προσδιορισμό του μέσου συγκεκριμένα μαθηματικά για επιλεγμένους τομείς της ζωής, και χρεώνουμε τις ζωές των ανθρώπων με «μέσες» υποχρεώσεις, χωρίς να τους παραχωρούμε τα αντίστοιχα «μέσα» δικαιώματα.

Αυτοαφορισμός:

Τα κύρια άρθρα του συντάγματος μας υποχρεώνουν -ως πολιτικά όντα- στη διαφύλαξη του δικαιώματος στη ζωή. Κι εγώ ρωτώ ως απλός αδαής άνθωπος: «με τι σχετίζεται άμεσα το δικαίωμά στη ζωή;». Προφανώς, σε ζωϊκό επίπεδο, με τροφή και υγεία (στην πραγματικότητα περιλαμβάνει πολύ περισσότερα). Από τη στιγμή που η τροφή και η υγεία μου αποτελούν -πλέον και αποκλειστικά- εμπορικά προϊόντα και επαγγελματικές υπηρεσίες (αγορά), είναι τουλάχιστον ειρωνικό (ώς και παράλογο) να υπάρχει αυτό το άρθρο στο σύνταγμα, χωρίς να μου παρέχεται το ελάχιστο δυνατό εισόδημα, ώστε να ικανοποιούνται οι παραπάνω ανάγκες. Κι όμως, εμείς η μεσαία τάξη, είμαστε η μόνη τάξη με έντιμη συνείδηση εθνική, ώστε να αντικρίζουμε έναν μισοπεθαμένο στο πεζοδρόμιο και να του φωνάζουμε «σήκω Λάζαρε, μάζεψε τα σάπια σου κρέατα από το πεζοδρόμιο και πάτησε γερά στα καλαμοπόδαρά σου να διεκδικήσεις το δικαίωμα στη ζωή», όταν στην πραγματικότητα το δικαίωμά του αποτελεί ήδη δική μας υποχρέωση, εξαιτίας της σύμβασης που δημιουργήσαμε για να εξυπηρετεί πρωτίστως εμάς. Πώς; Σε μία προσπάθεια να μην χάσουμε το – με κληρονομικό τρόπο- κεκτημένο δικαίωμα στην ισχύ.

Αυθεπίλογος:

Σύμφωνα με τον εμπνευστή λοιπόν του σοσιαλισμού Καρλ Μαρξ, το δίκαιο αποτελεί μέτρο εφαρμογής της ισχύος, από τους δυνατούς προς τους αδύναμους. Βέβαια, ό,τι δηλώσει ο καθείς είναι, οπότε και μπορούμε να αναλύουμε φιλολογικά επ’ άπειρον την φέρουσα ταξινόμηση της κοινωνίας και ποιος είναι αδικημένος ή αντίστοιχα ευνοημένος. Πριν αγγίξω τα όρια της αοριστολογίας και του αφηριδεασμού, παραμένει άποψή μου, ότι ακόμα και αυτοί οι φιλόσοφοι, για άλλο πράγμα μιλούσαν και φυσικά άλλο καταλάβαμε. Αυτή είναι άλλωστε και η μοίρα των φιλοσόφων: να δημιουργούν δυσνόητες και πολύπλοκες για εμάς (τη μεσαία τάξη= μέτρια, σε αντίληψη προσθέτω προσωπικά και σύμφωνα με τον ορισμό Νο2) παρατηρήσεις, τα γνωστά από την αρχαιότητα «καινά δαιμόνια».

Σε μία προσπάθεια παραγωγής αποφατικού επιλόγου, θα καταλήξω λοιπόν στο μη επιθυμητό, φαινομενικώς εξωγήινο και άκρως αντικοινωνικό συμπέρασμα: εμείς η μεσαία τάξη είμαστε η χειρότερη των τάξεων, διότι αποτελούμε έναν ομοιογενή χυλό από πεπερασμένες ιδιοτέλειες που κρύβονται πίσω από ιδεολογικές μάσκες, περίτεχνα χρωματισμένες με «νομοθετικά πινέλα» και «λογικές παλέτες» αδιαμφισβήτητης επιστημονικής «αντικειμενικότητας», την ίδια ώρα που η επιστήμη αδυνατεί να ορίσει το αντικειμενικό… Κι όσο κάποιος θα μας απλώνει το χέρι για να διεκδικήσει ένα ξερό κουλούρι, εμείς θα ανταπαντάμε με τόνους συγγραμμάτων, θεωριών της οικονομικής επιστήμης και πολιτικο-κοινωνικών προσεγγίσεων, προσπαθώντας στην πραγματικότητα να αποφύγουμε το μοίρασμα της ιδιο-κτησίας μας με εκείνους που κληρονόμησαν ιδιο-ακτησία, προβάλλοντας πάντα ως υπαίτιους εκείνους -εξ’ ημών- οι οποίοι τυγχάνει να αναπτύσσουν αυξημένη ισχύ μέσω της σύννομης (χρυσι-) χρησι-κτησίας. Μα πάνω από όλα θα αποφεύγουμε να κοιτάξουμε τον απέναντι στα μάτια, τοποθετώντας ταχύτατα και πρόχειρα ένα γιγαντιαίο αναλόγιο με τόνους βιβλιογραφίας ακριβώς στη θέση που συναντώνται τα βλέμματα.

Εμείς,η μεσαία τάξη…

Older Entries

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.